Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

ΠΟΙΗΣΗ Μνήμη Βαγγέλη Ἀποστολόπουλου

Τοῦ Τάκη Παπαγγελόπουλου
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀγαπᾶμε πεθαίνουν μόνο ὅταν ξεχαστοῦν, ὅταν πάψουμε νὰ ἀνακαλοῦμε στὴν μνήμη μας –ἔτσι τυχαία ἢ ἀπρόσμενα- μιὰ φράση τους πού μας ξάφνιασε, ἕνα νεῦμα τοὺς μιὰ χειρονομία τους.
Οἱ ποιητὲς ἔχουν τὸ προνόμιο νὰ πεθαίνουν πολὺ ἀργότερα.

Πάντα πίστευα ὅτι τὰ βιβλία εἶναι ὑπομονετικὰ καὶ κυρίως ὕπουλα κατασκευάσματα.
Τὰ βιβλία ἔχουν τὸ χάρισμα τῆς ὑπομονῆς γιατί μποροῦν νὰ ἐλλοχεύουν σὲ ράφια βιβλιοθηκῶν χρόνια –ἴσως αἰώνες– κρατώντας τὰ μυστικὰ τοὺς ἑφτασφράγιστα σ’ ἕνα τοπικὰ ὁρισμένο, ὁρατὸ καὶ κυρίως ἐμφανὲς σημεῖο.

Κάποτε, ἀργότερα, ὅταν κάποιο χέρι θὰ ξεφυλλίσει τὸ σκονισμένο βιβλίο, αὐτὸ χωρὶς δισταγμὸ θὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ.

Γι’ αὐτὸ ἐπιμένω ὅτι οἱ ποιητὲς πεθαίνουν ὅταν ξεχαστεῖ ἀπὸ τοὺς ἐπιζῶντες καὶ ὁ τελευταῖος τους στίχος, ἢ ἡ τελευταία τους ποιητικὴ πράξη. Τότε μόνον πεθαίνουν οἱ ποιητές. Ἔτσι θὰ μιλήσω γιὰ τὸν Βαγγέλη Ἀποστολόπουλο, σὰ νὰ εἶναι ζωντανός.

Τὸν βλέπω νὰ κατεβαίνει τὴν ὁδὸ Ἱπποκράτους μὲ τὸ μαῦρο παλτό του καὶ τὸ ὁμοιόχρωμο κασκὸλ τοῦ τὰ τελευταία Χριστούγεννα τῆς ζωῆς του, μὲ ἀργὸ βηματισμὸ κρατώντας ἕνα ἀναμμένο τσιγάρο, ὀνειροπόλος, μὲ τὴν ἐλεγχόμενη κατήφεια καὶ μὲ τὴν καρτερία τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ξέρει ὅτι στὴν ἐποχή μας ἡ ἁπλὴ τιμιότητα, ἡ ἀφοσίωση σὲ ἀρχὲς καὶ ἡ γενναιοδωρία ἔχουν πάψει πρὸ πολλοῦ νὰ ἀποτελοῦν ἀρετές.

—Από τὸ χτεσινὸ σαφάρι στὰ παλαιοβιβλιοπωλεῖα μου εἶπε καὶ τείνοντας τὸ χέρι τού μου ἔδωσε ἕνα βιβλίο. Ἕνα μικρὸ βιβλίο, καλαίσθητο μὲ τίτλο «De profundis» τοῦ Πλάτωνα Ροδοκανάκη.
—Είναι ὡραία ἡ γλώσσα του, πρόσθεσε. Σχεδὸν ἐπική… Γιὰ σένα ποὺ σὸ ἀρέσει ὁ Κάλβος…


Πέταξε τὸ τσιγάρο, ἀνάβοντας ἀμέσως ἄλλο. Πῶς ἐπιβίωσε τόσα χρόνια ἀναρωτήθηκα. Στὶς τηλεφωνικές μας συζητήσεις ἡ φωνή του, κάποιες φορές, εἶχε τὴν ἀπόχρωση τῆς ἥττας. Ἦταν σὰν τὴ φωνὴ τοῦ Ντίνου Χρονόπουλου, ὅταν γύρισε ἀπὸ τὴν Πολωνία, μὲ τὰ μέτρα «ἐπιείκειας» τὸ 1977. Ἤρεμη μὲ ἕνα τόνο ἔκπληξης, κάπως διστακτική.

Πήγαμε στὴ Μουριὰ στὴν ὁδὸ Καλλιδρομίου ἕνα καφενεῖο –μαυσωλεῖο τῆς γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου. Ἕνα χῶρο σιωπηλῆς, ἔνοχης παρηγοριᾶς ἐκεῖ ὅπου οἱ ἀτυχίες ἢ ἀποτυχίες μας, παίρνουν μία ἰδεολογικὴ χροιά, δηλαδὴ τὴν εὔκολη λύση νὰ μεταθέτουμε τὴν ἥττα σὲ λάθη τῆς ἡγεσίας ἢ ἀκόμα περισσότερο τῆς ἱστορίας.

Ὄχι. Ὁ Βαγγέλης δὲν αἰσθανόταν ἡττημένος. Πίστευε μὲ τὴν θέρμη νεοφώτιστου σὲ μία θρησκεία τῆς ὁποίας ἦταν ἀποσυνάγωγος. Ὁ Βαγγέλης ἦταν ἕνας ἐξόριστος. Ἐξόριστος στὴν Ἑλληνικὴ μικρόψυχη ἐπαρχία. Στὴν Ἑλληνικὴ ἐπαρχία ποὺ ἔκαιγε τὰ πεντοχίλιαρα στὰ «πολιτιστικά» κέντρα τὴν περίοδο τῆς κάλπικης εὐημερίας. Στὴν Ἑλληνικὴ ἐπαρχία ποὺ θανατώνει στὴν πυρὰ τοὺς δίκαιους. Τοὺς ἄτυχους Λώτ, ποὺ δὲν εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ εἰδοποιηθοῦν ἔγκαιρα.

Ὁ Βαγγέλης τὰ εἶχε –ὅπως λένε οἱ χαρτοπαῖκτες- ἀπὸ χέρι, ὅλα ἐκεῖνα, γιὰ τὰ ὁποία ἄλλοι, πουλοῦν τὴν ψυχὴ τοὺς στὸ διάβολο γιὰ νὰ τὰ ἀποκτήσουν. Ὁ πλουτισμὸς γι’ αὐτὸν ἦταν μία ἀνοιχτῆ λεωφόρος. 

Μποροῦσε νὰ συσσωρεύσει χρῆμα καὶ δύναμη, κάνοντας ἁπλῶς τὴν δουλειά του. Νὰ γίνει παράγοντας, κομματάρχης κάποιου πολιτικοῦ νενέκου, νὰ φορέσει γυάλινα μάτια καὶ σὰν φλύαρος δημοκόπος νὰ κάνει πὼς βλέπει πράγματα ποὺ δὲν βλέπει. Νὰ γίνει ἕνας ἐπιτυχημένος, ἕνας «νοματαῖος».

Ἡ καθημερινὴ ἐπιβεβαίωση τῆς ἐμμονῆς του, τῆς πίστης του, σὲ ἄλλες ἀξίες, τὸν ὁδήγησε ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ χρῆμα ποὺ κέρδιζε μὲ τὴν ἐργασία του. Ἦταν γενναιόδωρος καὶ ἀνιδιοτελής. Δὲν ἦταν μία ἀλόγιστη σπατάλη, ὅπως νομίζουν μερικοὶ ἀδαεῖς, ἀλλὰ ἡ πρακτικὴ μιᾶς θεμελιωμένης ἰδεολογικά, περιφρόνησης στὴν ἀξία του.

Αὐτὲς οἱ ἀποτρόπαιες γιὰ τοὺς μικροαστοὺς ἰδιότητες, συνθέτουν τὸ χαρακτήρα του, τὴν ἰδιαιτερότητά του, τὴν παραδειγματικὴ ταυτοποίηση ἰδεῶν καὶ πράξεων, ἕνα πρότυπο πείσμονος ἰδεολόγου. Αὐτὲς οἱ ἰδιότητες στὴν ἐποχή μας συνιστοῦν τὸ ὄγδοο ἁμάρτημα. Αὐτές, ὅμως, οἱ ἴδιες ἰδιότητες συνθέτουν τὸν κόσμο ἐνὸς ποιητή. Ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἔζησε μὲ τὶς ποιητικὲς ἐμμονές του, κάνοντας ἕνα καθημερινὸ ἄνισο καὶ πείσμονα ἀγώνα νὰ τὶς θεμελιώσει καὶ ὑπερασπίσει μὲ τὸ παράδειγμά του.

Γνώριζα ὅτι τὰ τελευταῖα χρόνια ζοῦσε στὸν παράλληλο, ἀλλὰ καὶ πιὸ ἀληθινὸ κόσμο τῆς ποίησης, ἐπίμονος ραβδοσκόπος τῶν ἰαματικῶν πηγῶν της, ἐπικοινωνώντας μὲ τοὺς ποιητὲς ποὺ τὰ βιβλία τοὺς κάλυπταν ἕνα μεγάλο μέρος τῆς βιβλιοθήκης του.

Αὐτὰ σκεφτόμουν καθὼς περιμέναμε τὰ οὖζα. Ἔξω, ἡ λαϊκή του Σαββάτου στὴν ὁδὸ Καλλιδρομίου πολύχρωμη, θορυβώδης, ζωντανή. Πρὶν ἕνα μήνα κάποιος ἀληταρὰς ἔριξε μία μολότωφ καὶ κάηκε μία γυναίκα ποὺ πουλοῦσε λουλούδια στὴ γωνία Καλλιδρομίου καὶ Χ. Τρικούπη. Βαρειὰ ἐγκαύματα ἔπαθε καὶ κάποιος ποὺ πῆγε νὰ τὴν βοηθήσει. Παρατήρησα ὅτι τὸ θύμα δὲν εἶχε ἐπιστρέψει. Ἴσως νὰ μὴν ἐπιβίωσε.

Περιεργαζόμουν τὸ διάκοσμο τῆς Μουριᾶς. Στοὺς τοίχους της, μνῆμες μιᾶς ἀριστερῆς περήφανης Ἑλληνικότητας ποὺ συγκινεῖ, ἐμπνέει καὶ παραπαίει. Τὰ πρόσωπα τῶν θαμώνων γνώριμα, οἰκεία, δικά μας. Μιὰ παρατεταμένη ἐφηβεία. Συζητοῦσαν, χειρονομοῦσαν καὶ διαφωνοῦσαν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, καὶ γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους ὅπως στὶς συνελεύσεις τῶν σχολῶν τους καὶ στὰ πηγαδάκια τῆς Ὁμόνοιας κατὰ τὴν μεταπολίτευση.

Καθίσαμε στὸ τραπέζι ποὺ ἔβλεπε στὸν δρόμο. Μαζί μας ὁ ποιητὴ Τάσος Γαλάτης ποὺ φημολογεῖται ὅτι γράφει τοὺς στίχους τοῦ καθισμένος στὸν τρίποδά της Πυθίας, ἀπαγγέλλει Καβάφη ἢ Μαλαρμὲ ἢ μιλάει γιὰ τὴν Ἀρκαδία του, ποὺ βρίσκεται γεωγραφικὰ λίγο νοτιότερα, στὴν Ζούρτσα τῶν παιδικῶν του χρόνων. Ἡ ἀλήθεια τῶν στίχων του, ἀφιερώνεται στὴν εὐφυ?ἃ τοῦ ἀναγνώστη ποὺ θὰ κατανοήσει γιατί αὐτὸς ὁ λαὸς θὰ ἐπιβιώσει σὲ ἀκόμα χειρότερες συνθῆκες ἀπὸ τὶς σημερινές.
Μαζὶ ἦταν κι ὁ Δημήτρης Κανελλόπουλος ποὺ σὲ ἀνέκδοτο ὑποδειγματικὸ διήγημά του, φωτίζει ὅλη τὴν ἰδεολογία καὶ ἠθικὴ τῆς πρώιμης καπιταλιστικῆς συσσώρευσης σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Ἠλείας, διαχυτικός, πληθωρικός, χαιρετᾶ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, κάνοντας τὴν παρουσία τοῦ ἀποσπασματική.
Ὁ Βαγγέλης βρίσκεται στὸ κλίμα του. Χαίρεται σιωπηλά.

Ἤξερα –χρόνια τώρα- ὅτι αὐτὲς οἱ μέρες τῶν Χριστουγέννων ἢ τοῦ Πάσχα ποὺ βρισκόταν στὴν Ἀθήνα μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ τοὺς φίλους του, ἦταν γι’ αὐτόν, σὰν τὶς πρῶτες ἀνάσες τοῦ δύτη ὅταν φτάνει στὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας.

Κάποιος στὸ διπλανὸ τραπέζι σχολίασε:
—Δεν ἔχει σημασία ἂν κάποιος ἔκανε πραγματικότητα τὰ ὄνειρά του. Πιὸ πολὺ μετράει ἡ πίστη τοῦ σ’ ἕναν καλύτερο κόσμο…

Σηκωθήκαμε. Χαιρετηθήκαμε στὸ πεζοδρόμιο. Ἔσπρωξε τὴν ἐφημερίδα στὴν τσέπη τοῦ παλτοῦ του, ἔτσι ποὺ νὰ φαίνεται ὁ τίτλος. Δήλωσε ὅτι θὰ φύγει τὸ ἴδιο ἀπόγευμα «γιὰ κάτω». 

Τὴν Κυριακὴ τὸν εἶδα νεκρὸ πάνω στὸ κρεββάτι του, κρατώντας ἀκόμα στὸ δεξί του χέρι τὴν ἐφημερίδα του. Τὸν Ριζοσπάστη… Στὸ διπλανὸ δωμάτιο ἐμεῖς οἱ φίλοι του συζητούσαμε προσπαθώντας νὰ ἑρμηνεύσουμε τὴν ξαφνικὴ ἐκδημία του.


Ὑστερόγραφο

Enough , enough and in plenty
There will be three books at my obsequies
Which I take, my not unworthy gift, to Persephone.

Ἀρκετά, ἀρκετὰ καὶ πλουσιοπάροχα
θὰ εἶναι τὰ τρία (μου) βιβλία
ποὺ στὴν κηδεία μου, μαζί μου θὰ πάρω.
Διόλου εὐκαταφρόνητο 
δῶρο στὴν Περσεφόνη.
Erza Pound 
(Hοmage to Sextus Propetius -VI )
Ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ὀροπέδιο, τεῦχος 12, Καλοκαίρι 2012

ΠΗΓΗ: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ: ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΞΑΦΝΙΚΗ ΕΚΔΗΜΙΑ ΤΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου