Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

ΠΟΙΗΣΗ Κώστας Βάρναλης

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο κονταρομάχος των φτωχών
Σαν σήμερα 14 Φεβρουαρίου  το 1884, γεννιέται στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας ο κομμουνιστής ποιητής Κώστας Βάρναλης. Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας και κοινωνιολογίας.

Τότε προσχώρησε στο μαρξισμό και το διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.

Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος.

Υπήρξε κομμουνιστής με διαρκή προσφορά και συμμετοχή στους αγώνες της εργατικής τάξης. Τιμήθηκε με το Βραβείο «Λένιν» για την Ειρήνη το 1959 στη Μόσχα. Πέθανε στις 16 Δεκέμβρη 1974, πλήρης ημερών και έργου.

 Στα 1905 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Κηρήθρες». Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του περιοδικού «Ηγησώ», ενώ το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση.

Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση. Μετά τον δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού.

Το 1918 γράφει το ποίημα «Στυλίτης», το οποίο δε δημοσίευσε. Πρόκειται για ένα ποίημα-σταθμό στην πορεία του Βάρναλη, καθώς φορτισμένο από τις συνέπειες του άδικου και ιμπεριαλιστικού Α' Παγκοσμίου Πολέμου και επηρεασμένο από την τεράστια ακτινοβολία της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, αποτυπώνει τη «μετάβαση» του Βάρναλη από τον αισθησιασμό, τον λυρισμό και την αρχαιολατρία που χαρακτηρίζουν τα πρώιμα έργα του, στην ταξικά προσανατολισμένη «επαναστατική» του περίοδο:

«Τα θύματα χιλιάδες των πολέμων κάτου σέπονται με της πείνας, της σκλαβιάς αντάμα, με της αρρώστιας, του δαρμού - δόξα θανάτου!»

Και στη συνέχεια:

«Όχι με λόγια, μ' έργα τ' Άδικο πολέμα! Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ' άδικο μ' αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ' αδερφού, η λευτεριά η δικιά του θα 'ναι λευτεριά σου, κι ανάγκη πια δε θα 'χεις κανενός Θεού.»


Το προανάκρουσμα της επαναστατικής ποίησης του Βάρναλη που ξεκίνησε με τον «Στυλίτη», ολοκληρώθηκε το διάστημα 1919-1921, όπου, κατά τη διαμονή του στο Παρίσι, συντελείται μια βαθιά αλλαγή στη σκέψη και τη συνείδησή του, καθώς έρχεται σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες, με τον διαλεκτικό και τον ιστορικό υλισμό.

Το 1919 δημοσιεύει τον «Προσκυνητή», χαρακτηριστικό ποίημα της ιδεολογικής και πολιτικής μεταστροφής του. Ακολουθεί την επόμενη δεκαετία (1922-1933) η πιο παραγωγική περίοδος στο έργο του Βάρναλη.

Ξεκινώντας με ένα από τα σημαντικότερα έργα -ίσως και το σημαντικότερο- στη λογοτεχνική του πορεία, δημοσιεύει το 1922, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας «Tο Φως Που Καίει», ίσως το πρώτο «στρατευμένο» έργο στα νεοελληνικά γράμματα και από τα σημαντικότερα της επαναστατικής λογοτεχνίας.

«Με αυτό εκφράζει ο ποιητής τον πόνο, την οργή και την απόφαση των καταπιεσμένων να τερματίσουν το καθεστώς της εκμετάλλευσης και να χτίσουν τη νέα κοινωνία της δουλειάς, της ειρήνης, της φιλίας και της αδελφότητας των λαών, ιδανικό που πραγματώνεται μέσα στην κάθε χωριστή πατρίδα από το λαό της χώρας, ανάλογα με τις παραδόσεις, τις ανάγκες και την πραγματικότητα της καθεμιάς.»

Χαρακτηριστικός είναι ο επίλογος του έργου με το ποίημα «Οδηγητής»:

«Δεν είμ' εγώ σπορά της Tύχης,
O πλαστουργός της νιας ζωής.
Eγώ 'μαι τέκνο της Aνάγκης
Kι ώριμο τέκνο της Oργής...»

Για το έργο αυτό ο Βάρναλης υπέστη διώξεις και απολύθηκε από την Παιδαγωγική Ακαδημία, με αφορμή και ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία», η οποία δημοσίευσε ως παράδειγμα αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών παιδαγωγών ένα απόσπασμα από το συγκεκριμένο έργο.

Από «το Φως Που Καίει» και ύστερα, ο Βάρναλης, στρατευμένος στην υπόθεση του λαού και της εργατικής τάξης, αφοσιωμένος εργάτης της κομμουνιστικής υπόθεσης, έγραψε ποιήματα, πεζά και κριτικά έργα, έκανε μεταφράσεις πολλών αρχαίων έργων, πάντοτε από τη σκοπιά των φτωχών και των καταπιεσμένων, των «κολασμένων της γης».

Στα 1922 δημοσιεύει και το λυρικό ποίημα «Οι Μοιραίοι», από τα δημοφιλέστερα ποιήματα της νεοελληνικής ποίησης (ίσως και εξαιτίας της ιδιαίτερα επιτυχημένης μελοποίησής του από τον Μίκη Θεοδωράκη).

Το 1927 δημοσιεύει τους «Σκλάβους Πολιορκημένους», εμπνευσμένος από την επανάσταση του '21, τους οποίους αντιτάσσει στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού:

«Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά... Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά. Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; Αχ, πού 'σαι, νιότη, που 'δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!»


Ο ίδιος ο Βάρναλης θα γράψει για τους «Σκλάβους Πολιορκημένους»: «Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι όπως κι ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική και το πρώτο σχεδίασμα της Αληθινής απολογίας του Σωκράτη, γραφτήκανε στη Γαλλία, ύστερ' απ' το πρώτο παγκόσμιο μακελειό. Ο θάνατος κι η καταστροφή είχαν ξυπνήσει τις συνειδήσεις των λαών και σκορπίσει στους τέσσερις ανέμους τα ψέφτικα συνθήματα των ιμπεριαλιστών. Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι είναι στην ουσία τους έργο αντιπολεμικό και αντιιδεαλιστικό.»

Από τα πεζά και κριτικά έργα του Βάρναλη ξεχωρίζουν «Ο λαός των μουνούχων» (1923), «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1932) και «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925). Το 1935 εξορίζεται μαζί με τον Γληνό και άλλους κομμουνιστές και προοδευτικούς δημοκράτες αγωνιστές στον Άη Στράτη, απ' όπου θα γράψει τον Οκτώβρη το ποίημα «Στην εξορία»: «Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα,#για να ρθει ο Εξορισμένος απ' τα ξένα, να χωρίσει το Έθνος και να βάλει#τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.»

Θα πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση σαν μέλος του ΕΑΜ λογοτεχνών, ενώ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου θα παραμείνει πιστός στις ιδέες του και θα σταθεί στο πλευρό του επαναστατικού ΚΚΕ και του αδούλωτου ελληνικού λαού. Το 1958 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι γιατί αυτός ο ποιητής με τους απλούς και λιτούς στίχους του, με τη δεικτική ειρωνεία και την αιχμηρή σάτιρά του, κατέκτησε μία τόσο σημαίνουσα θέση στο στερέωμα της παγκόσμιας προοδευτικής λογοτεχνίας, ενώ το έργο του διατηρεί μέχρι και σήμερα τη ζωντάνια, την επαναστατικότητα και την επικαιρότητά του.

Ένας από τους βασικούς λόγους της «αντοχής» του βαρναλικού έργου σε πείσμα των καιρών, ειδικότερα ύστερα από τη δεύτερη περίοδο του έργου του, την περίοδο της ιδεολογικής και πολιτικής του μεταστροφής, είναι η διαρκής προσπάθειά του να «φανερώσει την αλήθεια» και να μεταδώσει την αλήθεια αυτή στον λαό. Όπως γράφει και ο ίδιος στους τελευταίους του στίχους πριν πεθάνει, τον Οκτώβριο του 1974:

«Με πάθος την αλήθεια φανερώνω, μα ποιος μ' ακούει; Κάτι άγουρα παιδιά. Γυροκοιτάω, κανένας δε με ξέρει, όπως κι εγώ δεν ξέρω τον εαυτό μου. Πλήθος μεγάλοι στο Μουσείο της Τέχνης, αθάνατοι όλοι, λίγοι μόνο ζούνε.»

Ένας ακόμη λόγος για την ανθεκτικότητα της βαρναλικής γραφής μέσα στο πέρασμα των χρόνων είναι η πρωτοποριακή χρήση της αφηγηματικής γλώσσας: Χαρακτηριστικά είναι και τα λόγια του Μενέλαου Λουντέμη: «Η Ποίηση του Βάρναλη ήταν από την αρχή αρσενική, λάσια, μια βολίδα που 'πεσε μες στα στεκούμενα νερά του μελίπηχτου λυρισμού.»

Ο Βάρναλης, αμφισβητώντας όλες τις κυρίαρχες μέχρι τότε αισθητικές και λογοτεχνικές φόρμες, με τη χρήση λυρικών, συμβολιστικών, σατιρικών και δραματικών στοιχείων, αναζήτησε καινούριους τρόπους για να εκφράσει την ιστορική «ανάγκη» και «αλήθεια» και ταυτόχρονα αυτή η αλήθεια και ανάγκη να μπορεί να διαβαστεί από εκείνους «που στα χέρια τους αυτή θ' αποκτούσε δύναμη», από τους απόκληρους της κοινωνίας.

Πρόκειται για μια σπουδαία προσπάθεια σύνδεσης της απλής λαϊκής καθημερινότητας με τον ποιητικό λόγο, του οράματος για μια καλύτερη κοινωνία με τα -μέχρι τον Βάρναλη- σύνθετα και περίπλοκα λογοτεχνικά σχήματα της εποχής.

Με μαστοριά και επινοητικότητα, κατάφερε να πετύχει αυτήn τη σύνδεση, κάνοντας την «αριστοκρατική» τέχνη της λογοτεχνίας προσιτή στα φτωχά λαϊκά στρώματα, στους αγράμματους εργάτες, στους αμόρφωτους λαϊκούς ανθρώπους, χωρίς ωστόσο να ξεφύγει εντελώς από τον λυρισμό που χαρακτήρισε τη λογοτεχνία της εποχής του.

Τέλος, ο λόγος για τη διαχρονικότητα του έργου του, είναι ότι ο Βάρναλης, στρατευμένος εργάτης στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης και της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, έγραψε για να απαντήσει στα πραγματικά προβλήματα του λαού.

Το έργο του πηγάζει από τον λαό, καταπιάνεται με τις αγωνίες και τους προβληματισμούς των απλών λαϊκών ανθρώπων, για να επιστρέψει πάλι σ' αυτόν. Ποίηση λαϊκή και κοινωνική, αιχμηρή και σατιρική, στρατευμένη και επαναστατική, αυτή είναι η ποίηση του Βάρναλη.

Επομένως, σε σχέση με το ερώτημα που ο ίδιος θέτει -και απαντάει- στο Σημειωματάριο Ι' του Αρχείου του για το «Πώς θ' αποδειχθεί η ζωντανότητα ενός έργου; Από το αν είναι χρήσιμο ή όχι», γίνεται φανερό ότι το έργο του Βάρναλη είναι όχι μόνο χρήσιμο, αλλά και απόλυτα αναγκαίο και επίκαιρο, ιδιαίτερα σήμερα, στους δύσκολους καιρούς της όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης και της νέας ιμπεριαλιστικής εφόρμησης ενάντια στους λαούς του κόσμου.

Στην Ελλάδα των μνημονίων, στην Ελλάδα της εξαθλίωσης και της υποτέλειας, επικαιροποιείται με το παραπάνω το σύνθημα που φώναζαν χιλιάδες λαού και νεολαίας στην κηδεία του μεγάλου αυτού κομμουνιστή ποιητή: «Είσαι οδηγητής για μας, ποιητή της εργατιάς».

Το έργο του Βάρναλη θα συνοδεύει και θα φωτίζει όλους τους αγώνες μας, μικρούς και μεγάλους, για να μας θυμίζει με την ατσάλινη, κομμουνιστική σιγουριά του ότι «η πλάση θα κοκκινίσει», ότι «στους δρόμους θα κριθεί το δίκιο».


«Μικρογραφία», αυτοβιογραφικό ποίημα του Κ. Βάρναλη


Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στις 14 Φλεβάρη 1884 και τη Δευτέρα 16 Δεκέμβρη 1974, στις 10μ.μ «έφυγε» από τη ζωή , γεμάτος χρόνια έργο και δόξα.

Με αφορμή αυτή την επέτειο δημοσιεύουμε το ποίημά του «Μικρογραφία» (από τη συλλογή «Ελεύθερος κόσμος», 1966) όπου ιστορεί ο ίδιος τα παιδικά του χρόνια.

ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ 


Καλωσύνη δε γνώρισα! Παιδάκι 
δεν άπλωσε κανείς να με χαηδέψει, 
να με πάρει αγκαλιά να με φιλήσει. 
Το στερνοπαίδι εγώ και τ’ αποσπόρι, 

με διώχναν όλοι κι όλοι με χτυπούσαν! 
Δε μ’ έλεγε κανείς με τ’ όνομά μου. 
«Αφτός» και «μπρε» και «σουτ εσύ! Δεν είσαι 
παιδί μας! Σ’ αγοράσαμε από μάβρην 

κατσιβέλα μισό τσουβάλι πίτουρα!» 
Το πίστεβα και ζάρωνα στην κώχη. 
Μάζεμα εγώ και ξένος, δεν κοτούσα 
να παίζω, να γυρέβω – ούτε να κλάψω. 

Μα κι όταν φανερώθηκε το ψέμα, 
πάλι απόμεινα μάζεμα και ξένος! 
Πότε θα μεγαλώσω, για να φύγω!… 
Από πατέρα ορφάνεψα μωρό 

κι ο πρώτος αδερφός και πρώτο μίσος, 
μάβρα γυαλιά κι αμίλητος, με πείσμα 
με κοπανούσε ολημερίς να στρώσω! 
Και νύχτα με ξυπνούσε να με δείρει. 

Μιαν τρίτ’ ή τέταρτη άνοιξη ξεπόρτισα. 
Ω τι μεγάλος που ναι ο κόσμος έξω! 
Χίλιες φορές πιο λαμπερός ο ήλιος! 
Τα χελιδόνια χαμηλοπετούσαν 

άφοβα ολόγυρά μου – εγώ φοβόμουν! 
Να χα κ’ εγώ φτερά για να πετάξω 
τ’ αψήλου, όσο μακρύτερ’ από δώθες!… 
Λίγο παρέξω καταπράσινη άπλα. 

Πρωτόβλεπα χωράφια φυτρωμένα. 
Κυνηγημέν’ απ’ τον αγέρα τρέχαν 
τα στάχι’ απανωτά. Τόση ομορφιά 
δε βάσταξα και κάθησα να κλαίω! 

`II 

Κυριακάδες, Χριστού και Πάσκα η μάνα 
στην εκλησιά με τράβαγε ν’ αγιάσω, 
νηστικόν αξημέρωτα, γι’ αντίδερο. 
Ώρες στο πόδι, κούραση και πείνα 

και δε νογούσα τίποτ’ απ’ τα «γράμματα»! 
Κι άμα ο παπάς εσκόλναε, προσκυνούσα 
στο εικονοστάσι αράδα τις εικόνες… 
κι όξω με καρτερούσε ο Πειρασμός, 

λαχταριστά κουλούρι’ αφράτα, λόφοι. 
Όλα τα καλοπαίδια μασουλούσαν 
κι ο αγέρας μοσκοβόλαγε σουσάμι. 
Κοντοστεκόμουν κλαίοντας! – «Πάρε μου ένα!» 

– «Περπάτα!» και μου τράνταξε το χέρι. 
Να μην κακομαθαίνουν οι φτωχοί!… 
Μεγάλωσα νωρίς και ξενιτέφτηκα. 
Με τους δικούς μου εξήντα χρόνια ως τώρα 

ούτε γραφή ούτε μήνυμα! Κι ωστόσο 
τους κουβαλούσα μέσα μου όπου πάγαινα: 
κουβαλούσα τον άμοιρο εαφτό μου… 
Πουθενά δεν μπορούσα να ριζώσω. 

Ξένος παντού και μάζεμα. Γυναίκες; 
Αληθινές! Μα ο χωρισμός φαρμάκι. 
Με τον καιρό συχωρεθήκαν όλ’ οι 
ξενοδικοί. Αργοπόρησα, σειρά μου! 

Μα όσο βαθιά και να με κατεβάσουν 
τα σκοινιά, θα κατέβουν κ’ οι κακίες, 
δικές μου κι αλλωνών… Μα το κουλούρι 
θα με βαραίνει πρώτο σα μυλόπετρα, 

πιότερο κι απ’ του τάφου μου την πλάκα 
(αν έχω πλάκα, μα κι αν έχω τάφο 
κι αν δε με διώξουν οι νεκροί.) Χωρίς 
αγάπη κανενός ανθρώπου ή σκύλου. 

Κι αν έζησα ή δεν έζησα, καμιά 
διαφορά στον Απάνου ή Κάτου Κόσμο. 
Μα κάλλιο να μην είχα γεννηθεί, 
για να μην είχα κι αποθάνει απόψε! 

Και μακάρι, όσο να χω αδικηθεί, 
εγώ να μην αδίκησ’ άθελά μου!… 
Και σαν ζυγιάζει ο διάολος την ψυχή μου 
με ψέφτικη παλάντζα να με κλέψει, 

– «Σταμάτα, βλάμη! Κ’ είμαι παραπάνου 
παρ’ όσο θες αμαρτωλός και φταίχτης»! 



Κώστας Βάρναλης - Πώς ξεκίνησε να γράφει ποιήματα



Το ξεκίνημά του Κώστα Βάρναλη στην ποίηση δεν ήταν συνηθισμένο. Πήρε την ποίηση για παιχνίδι. Στην Γ’ Δημοτικού γράφει τους πρώτους του στίχους. Ερωτικούς και σατιρικούς. Σατίριζε τους δασκάλους του.

Και στο γυμνάσιο εξακολουθεί να γράφει «ποιήματα». Τα τετράδια όπου τα έγραφε «Τα έδινα να μου τα φυλάγουν άλ­λοι “φρόνιμοι” συμμαθητές μου. Γιατί τα περισσότερα ποιήματα ήταν ερωτικά. Έγραφα βέβαια και για την άνοιξη, για τη… ση­μαία μας κ.τ.λ. Μα ένα ερωτικό ποίημα, αν έπεφτε στα χέρια των καθηγητών μου, έφτανε να με χαντακώσει. Γιατί σε κείνη την εφηβική ηλικία οι περισσότεροι μαθητές ήταν ερωτευμένοι με μαθή­τριες τού ελληνικού ή βουλγαρικού γυμνασίου κι είχανε τη σχετική τους αλληλογραφία και τα σχετικά ραντεβού. Κι ό έρωτας λογα­ριαζότανε για βαρύ αμάρτημα από τη σχολική… Εξουσία! Κι εγώ δεν ήμουνα ο λιγότερο αμαρτωλός. Μονάχα σαν τέλειωσα το γυμνάσιο δημοσίεψα δυο-τρία ποιήματα στις «Ειδήσεις του Αίμου» της Φιλιππούπολης».

Μετά το τέλος του γυμνασίου έρχεται στην Αθήνα με υποτροφία και γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή. Συνεχίζει να γράφει ποιήματα: 

«Κείνα τα χρόνια ήμουν μαζεμένος. Σχεδόν δεν υπήρχα. Η μοναχή χαρά μου ήτανε να βγαίνω με τις χειμωνιάτικες ή τις ανοιξιάτικες λιακάδες έξω από την Αθήνα και να κάνω μακρινούς περιπάτους προς όλα τα σημεία του ορίζοντος. Και καμιά φορά με έπιανε το μεράκι και τραγουδούσα… μοναχός μου. Έκανα και στίχους, που δεν τους είπα σε κανένανε. Γιατί από τότες είχα την αντίληψη, πως ο κόσμος δεν παίρνει σοβαρά τους ανθρώπους, που κάθονται και χάνουν τον καιρό τους με τέτοιες ασχολίες. Και αργότερα που υπηρέτησα ως δάσκαλος φρόντιζα να μη μάθει κανείς πως είμαι ποιητής. Δεν ήταν μονάχα ο κίνδυνος της ανυποληψίας που με έκανε να κρύβω το κουσούρι μου. Μπορούσα να βρω και τον μπελά μου. Γιατί η λέξη ποιητής θα σήμαινε μαζί και “μαλλιαρός”».

Το 1904 στέλνει στον Παλαμά κάποια ποιήματά του για να του πει τη γνώμη του (Τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν το 1985 με τον τίτλο «Πυθμένες»). «Ύστερα από μέρες πήρα μια ‘’βραχεία’’. Μου έγραφε: ‘’Φίλε… συνάδελφε!’’. Πωπώ! Πήγα να τρελαθώ απ’ τη χαρά μου. Νεανική τρέλα, βλέπεις. Τότε βέβαια περηφανεύτηκα με την προσφώνηση. Όταν όμως, μετά από πολλά χρόνια, συναντιόμαστε καμιά φορά, μου έλεγε: «Τα χειρόγραφά σου τα έχω κρατήσει στη βιβλιοθήκη μου». Πωπώ ντροπή! Και τώρ’ ακόμα, όταν συλλογίζομαι πως μπορεί κάποτε να βρεθούν αυτές οι αθλιότητες, με πιάνει πανικός».

Λίγο αργότερα στέλνει και δημοσιεύονται ποιήματά του στο περιοδικό «Νουμάς» με επαινετικό σχόλιο, δημοσιεύεται η πρώτη του ποιητική συλλογή «Κηρύθρες». Τη συλλογή προλόγιζε, με επαινετικά λόγια, ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης που οι νέοι ποιητές εκτιμούσαν πολύ. Γενικότερα η κριτική ήταν πολύ ευνοϊκή για το νέο ποιητή που έδινε πολλές υποσχέσεις. Υποσχέσεις που δικαίωσε, όχι όμως με τον τρόπο που πολλοί θα φανταζόταν τότε.

Στην πρώτη περίοδο της ποίησής του «κλείνει σε κλασικά πλαίσια τις δικές του χαρούμενες καταστάσεις, μεταφράζει σε αρχαίους κώμους τα θορυβόδικα νυχτερινά ξεσπάσματα της παρέας του. Η ποίησή του είναι αισθησιακή, συχνά την κατέχει οίστρος βακχείας, είναι ιθυφαλλική και θυμίζει την ειδωλολατρική οργιαστική μανία που εκφράζουν κάποια κομμάτια του αρχαίου λυρισμού απ’ όπου δανείζεται τα σύμβολά του». 

Η ποίηση όμως που έδωσε στο Βάρναλη ξεχωριστή και ιστορική θέση στην ελληνική λογοτεχνία, είναι αυτή που αρχίζει μετά ττον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια ποίηση κοινωνική και επαναστατική. Έκανε τον κομμουνισμό ποίηση.

Αρκετά ποιήματά του τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν από το λαό, απαγγέλθηκαν από εργάτες, μπήκαν σε λαϊκά σπίτια, κατέβηκαν σε υπόγειες ταβέρνες. Ξεπερνάνε τα είκοσι τα μελοποιημένα του ποιήματα. 

Ακόμη και σήμερα νέοι δημιουργοί μελοποιούν Βάρναλη. Στο βιβλίο μου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» κάπου λέω ότι είναι ο πιο πολυτραγουδισμένος ποιητής, και μου ασκήθηκε κριτική γι’ αυτό. Πού το στηρίζω. Δεν ξέρω αν υπάρχουν τεκμήρια που να δίνουν μια αντιπροσωπευτική εικόνα στο ζήτημα. Ξέρω όμως ότι δεν υπάρχουν χείλη που να μην ψέλλισαν στίχους από την «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου» και τους «Μοιραίους».

Ηρακλής Κακαβάνης


ΠΗΓΗ

Ο Οδηγητής Ποιητής της εργατιάς Κώστας Βάρναλης

Ήταν Δευτέρα 16 του Δεκέμβρη 1974, το απόγευμα, και το θέατρο «Αλίκη» είχε πλημμυρίσει μέσα κι έξω από κόσμο. Τόσος κόσμος που ήταν αδύνατο να χωρέσει ακόμη και σε άλλο χώρο με διπλάσια και τριπλάσια χωρητικότητα. Χρειαζόταν στάδιο, έγραψαν την άλλη μέρα οι εφημερίδες.

1959. Ιούλης, Μόσχα. Στην τελετή του βραβείου Λένιν
1959. Ιούλης, Μόσχα. Στην τελετή του βραβείου Λένιν
Τούτος ο κόσμος είχε έρθει να τιμήσει έναν δικό του άνθρωπο, τον μπαρμπα-Κώστα. Εναν δικό του ποιητή, τον φιλόσοφο ποιητή της εργατικής τάξης Κώστα Βάρναλη. 

Ήταν μια εκδήλωση οργανωμένη από την Ενωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών προς τιμήν του αρχαιότερου μέλους της, διότι ο τιμώμενος Κώστας Βάρναλης είχε υπηρετήσει τις Τέχνες και τα Γράμματα όχι μόνο ως μεγάλος ποιητής αλλά και ως εξαίρετος δημοσιογράφος, του οποίου οι επιφυλλίδες από την ΠΡΩΙΑ, τον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ και την προδικτατορική ΑΥΓΗ είχαν αφήσει εποχή.

Την εκδήλωση προλόγισε ο πρόεδρος της Ένωσης Σπύρος Γιαννάτος ενώ ο πρόεδρος του ΕΔΟΕΑΠ Γ. Καράτζας μίλησε για τον Βάρναλη- Δημοσιογράφο. Στη συνέχεια στο βήμα ανέβηκε ένας άλλος μεγάλος ποιητής, ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Ο ομιλητής - όπως έγραψε την άλλη μέρα ο «Ριζοσπάστης»1- εξέτασε το έργο του Βάρναλη στο σύνολό του, αρχίζοντας από την εποχή που ξεκίνησε μαζί με τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό. 

«Ήταν - είπε - μια εποχή που παρουσίαζε μεγάλα κενά εξαιτίας της κρίσης των παλιών αξιών που στήριζαν ως τότε την πίστη του κόσμου. Ο Βάρναλης συντάχθηκε με τις νέες ιδέες που υπόσχονταν έναν αταξικό καλύτερο κόσμο παίρνοντας με την τέχνη του θέση μάχης απέναντι στο κοινωνικό κατεστημένο, το γιομάτο από αδικίες και αθλιότητες». 

Ο Βρεττάκος έκανε ευρεία αναφορά στη ζωή και στο έργο του Βάρναλη και κατέληξε λέγοντας: «Ο ποιητής σεβάστηκε τα εμπόδια που του έβαζε η συνείδησή του κι έμεινε στο χώρο του χρέους του, όπως έμειναν όλοι οι έντιμοι "προπηλακισθέντες και εμπτυσθέντες" και όχι μόνο τα σύμβολά του, ο Προμηθέας, ο Ιησούς και ο Σωκράτης».
1955. Σε ταβέρνα με τον Μ. Παπαϊωάννου (αριστερά) και τον Στρατή Τσίρκα
1955. Σε ταβέρνα με τον Μ. Παπαϊωάννου (αριστερά) και τον Στρατή Τσίρκα
Την εκδήλωση χαιρέτισαν ο Στέφανος Πεσματζόγλου, παλιός διευθυντής της εφημερίδας ΠΡΩΙΑ και πρώτος διευθυντής του Βάρναλη στη δημοσιογραφία, ο Γιώργης Βαλέτας και ο Γενικός Γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ο λογοτέχνης Γιάννης Μαγκλής. Ποιήματα του Βάρναλη διάβασαν οι ηθοποιοί Ελένη Χατζηαργύρη και Μάνος Κατράκης.

Ξεχωριστή στιγμή στην εκδήλωση ήταν όταν ο Γιάννης Ρίτσος διάβασε ένα ποίημά του που είχε γράψει για τον Βάρναλη στα 1956, απ' αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων παρουσίας του τελευταίου στα ελληνικά γράμματα:

«Ποιητή, σ' είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ' είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή, δίπλα στ' αυτί, για ν' αφουγκράζεσαι πίσω απ' τα τείχη τη στρογγυλή βουή του Ιστορικού, αναπότρεπτου ήλιου. Αυτόν τον ήλιο μας έδειξες»!

Πλησιάζοντας στο τέλος...

Ο Βάρναλης δεν μπόρεσε να παραστεί στην εκδήλωση για λόγους υγείας. Το βράδυ της Τετάρτης 4 του Δεκέμβρη του 1974 εισήχθη επειγόντως στη Γενική Κλινική Αθηνών 2 αλλά το πρωί της μέρας που θα γινόταν η εκδήλωση της ΕΣΗΕΑ πήρε εξιτήριο κι επέστρεψε σπίτι του, χωρίς όμως να είναι σε θέση να υποστεί την ταλαιπωρία που θα επέβαλλε η παρουσία του στην, τόσο τιμητική γι' αυτόν, βραδιά της Ενωσης Συντακτών. Ολα πάντως έδειχναν ότι είχε ξεφύγει τον κίνδυνο. 

Ήταν ευδιάθετος, ακμαίος κι όταν έφευγε από την κλινική ευχαρίστησε τις νοσοκόμες ζητώντας παράλληλα συγνώμη «που τις είχε κουράσει».
1912. Κράσι Κρήτης. Από αριστερά: Κώστας Βάρναλης, Χαρίλαος Στεφανίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Γαλάτεια Καζαντζάκη
1912. Κράσι Κρήτης. Από αριστερά: Κώστας Βάρναλης, Χαρίλαος Στεφανίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Γαλάτεια Καζαντζάκη
Μετά το τέλος της εκδήλωσης αντιπροσωπεία της ΕΣΗΕΑ τον επισκέφτηκε στο σπίτι του και του επέδωσε τιμητικό μετάλλιο ενώ λίγες στιγμές αργότερα ο ποιητής συζητούσε με οικείους του, που πήγαν στην εκδήλωση, για τις εντυπώσεις τους απ' αυτήν. 

Ο ίδιος εξέφρασε την ικανοποίησή του για το ποίημα του Ρίτσου αλλά και την εμπιστοσύνη που έτρεφε στο πρόσωπο του Βρεττάκου. «Το ποίημα του Ρίτσου ήταν πολύ καλό», φέρεται να είπε. Κι όταν του ανέφεραν πως ο Βρεττάκος μίλησε πολύ καλά, απάντησε: «Το περίμενα».

Λίγο αργότερα ένιωσε αδιαθεσία και παρακάλεσε τη νοσοκόμα του κ. Γαρίτη και τον σύζυγο της θετής του κόρης Ελένης, να τον αφήσουν να ξεκουραστεί. «Είμαι πολύ κουρασμένος», τους είπε.

Μια ώρα αργότερα η νοσοκόμα τον βρήκε πεσμένο στο μπάνιο, χωρίς σφυγμό και κάθιδρο. 

Αμέσως κλήθηκε ο γιατρός Β. Σπανός που έφτασε λίγα λεπτά αργότερα και από την εξέταση διαπίστωσε εμφραγματική δύσπνοια με όλα τα σχετικά συμπτώματα. Στις 9.45 μ.μ. ο Βάρναλης εισήχθη και πάλι στη Γενική Κλινική Αθηνών, όπου παρά τις προσπάθειες των γιατρών η καρδιά του έπαψε να χτυπά στις 9.50 μ.μ. Ηταν πάνω από 90 ετών 3.

Στο πιο γνωστό και, ίσως, πιο σημαντικό από τα ποιητικά του έργα, στο «Φως που καίει», ο Βάρναλης έχει έναν ποιητικό πρόλογο που αναφέρεται στη θάλασσα. Ίσως αυτό το ποίημα, με όλους τους συμβολισμούς και τα νοήματά του, να εκφράζει καλύτερα τον άνθρωπο Βάρναλη μπρος στη ζωή και μπρος στο θάνατο 4:  

1917. Στην αυλή σχολείου στην Κερατέα (αριστερά)
1917. Στην αυλή σχολείου στην Κερατέα (αριστερά)
«Να σ' αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω, / απ' το βουνό ψηλά / στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω / απ' τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να 'ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερ', όντας / μετ' άξαφνη νεροποντή / χυμάει μες απ' τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας / ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδέβουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι, / τ' ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί / και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ' ένα καράβι / ν' ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ' το λουτρό να ροβολάνε κάτου / την κόκκινη πλαγιά χορεφτικά / τα πέφκα, τα χρυσόπεφκα, κι ανθός του μαλαμάτου / να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους / ως μέσα στο νερό / τα ερημικά χιονόσπιτα - κι αφτά μες τ' όνειρό τους / να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Ετσι να στέκω θάλασσα παντοτινέ έρωτά μου, / με μάτια να σε χαίρομαι θολά / και να 'ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου, / πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ, / στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους / και να με πας πολύ απ' τη μάβρη τούτη Κόλαση, μακριά πολύ κι από τους μάβρους κολασμένους...».

Η ζωή και το έργο του - Περίοδος πρώτη

Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Βουλγαρίας, αν και σε ορισμένες πηγές ως έτος γέννησής του αναφέρεται το 1883 και αλλού το 18815. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Βάρνα, ήταν τσαγκάρης και λεγόταν Γιαννάκος. Η μάνα του καταγόταν από την Αχελώ (Αγχίαλο) και λεγόταν Αλίσαβα (Ελισάβετ). Για τον τόπο καταγωγής του ο Βάρναλης αναφέρει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που φανερώνει τον εθνικιστικό μεγαλοϊδεατισμό της παπαρρηγοπούλειας ελληνικής διανόησης. 

«Γεννήθηκα - γράφει 6- στον Πύργο της Βουλγαρίας. Βουλγαρίας! Πώς να μη θυμηθώ το μακαρίτη Παύλο Καρολίδη 7, καθηγητή της Ιστορίας στο ελληνικό Πανεπιστήμιο; Φοιτητής εγώ του έδωσα να μου υπογράψει τις αποδείξεις ακροάσεων για να δώσω τις γενικές μου εξετάσεις. Εγραψα σ' αυτές τις αποδείξεις: "Ο φοιτητής της φιλοσοφικής σχολής Βάρναλης Κωνσταντίνος του Ιωάννου, εκ Πύργου Βουλγαρίας κτλ.". Μόλις ο Καρολίδης διάβασε "εκ Πύργου Βουλγαρίας" μου έδωσε πίσω τις αποδείξεις χωρίς να τις υπογράψει. Και μ' ένα αγαθό και ειρωνικό μαζί χαμόγελο μου είπε: "Δεν είναι Πύργος της Βουλγαρίας!". Ετσι αναγκάστηκα να διορθώσω το σφάλμα μου και να γράψω "εκ Πύργου της Βορείου Θράκης". Αυτό το ασήμαντο επεισόδιο δείχνει τη νοοτροπία της γενιάς του 1905. Ένας σοφός καθηγητής της ιστορίας ήτανε τόσο σοβινιστής, που να θεωρεί τις λέξεις και τους τύπους ανώτερους από τις ιστορικές πραγματικότητες».

1934. Η δημοσιογραφική του ταυτότητα
1934. Η δημοσιογραφική του ταυτότητα
Στα 1898 ο Βάρναλης τελείωσε την έβδομη τάξη της «Αστικής Σχολής Πύργου» και συνέχισε τις σπουδές του στα Ζαφείρια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης. 

«Αμα τελείωσα τα Ζαφείρια - γράφει ο ίδιος 8- παιδί αμούστακο δεκαοχτώ χρονώ, διορίστηκα δάσκαλος στο σκολειό του Πύργου με μισθό 600 λέβια το χρόνο, ήγουν με 1,70 μεροκάματο!... Δεν πρόφτασα όμως να εξασκήσω τα υψηλά μου διδασκαλικά καθήκοντα. Και σ' αυτήν την περίσταση η Μοίρα μου με κυνήγησε. Ένα κυριακάτικο απομεσήμερο λαβαίνω κάποιο συστημένο γράμμα από την κοινότητα της Βάρνας γεμάτο σφραγίδες κι επισημότητες και με την αντρέσσα γραμμένην ελληνικά... Το ανοίγω και διαβάζω πως η κοινότητα της Βάρνας το θεωρούσε τιμή της, "ότι εν των τέκνων αυτής ηρίστευσεν εις εγκυκλίους σπουδάς του" και μου προτείνει να με στείλει να σπουδάσω εις το "Αθήνησι Πανεπιστήμιον" από το κληροδότημα του Βαρναίου Νικολάου Παρασκευά Φιλολογίαν ή ...Θεολογίαν. Μα γιατί η κοινότητα της Βάρνας με θεωρούσε "τέκνον" της. Επειδή ο πατέρας μου ήταν από τη Βάρνα. Το επίθετο Βάρναλης θα πει Βαρναίος. Δέχτηκα να σπουδάσω φιλολογία με την κρυφή χαρά πως θα επισκεπτόμουνα τη χώρα των ονείρων μου, την Ελλάδα. Τη χώρα του αρχαίου μεγαλείου, της Σοφίας, της Ομορφιάς και της Ελευθερίας!».
Στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ο Βάρναλης θα γραφεί το 1903 και θα αποφοιτήσει το 1908. Από την ίδια σχολή ανακηρύχτηκε και διδάκτωρ. 
Στα 1909 πρωτοδιορίστηκε ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα και κατόπιν υπηρέτησε ως σχολάρχης στην Αργαλαστή, στα Μέγαρα και στην Κερατιά. Το 1912-13 με τους Βαλκανικούς Πολέμους επιστρατεύτηκε. 

Ο ίδιος περιγράφει με εξαιρετικό σαρκασμό την εποχή 9: «Το Σεπτέμβριο του 1912 - γράφει - η ελληνική ζωή τραντάχτηκε από τα θεμέλιά της. Η ζωή της καθημερινής ρουτίνας με τις μικρομιζέριές της, με το πολιτικό κουτσομπολιό των εφημερίδων και της Βουλής, με το γλωσσικό και το σταφιδικό ζήτημα τινάχτηκε απάνω σοβαρή κι επίσημη και πήρε ορμές και πόζες ηρωικές. Η Ψωροκώσταινα πέταξε τα κουρέλια της και την ασκήμια των πρώιμων γηρατειών της και μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε πολεμόχαρη Αθηνά νέα κι ωραία και... σοφή... Γενική επιστράτεψη ενάντια στους "προαιώνιους" εχθρούς».
1935. Μόσχα. Με τον Δ. Γληνό (δεξιά) και τον Κανονίδη, διευθυντή του ελληνικού θεάτρου του Σοχούμ, στο συνέδριο Σοβιετικών συγγραφέων
1935. Μόσχα. Με τον Δ. Γληνό (δεξιά) και τον Κανονίδη, διευθυντή του ελληνικού θεάτρου του Σοχούμ, στο συνέδριο Σοβιετικών συγγραφέων
Το 1918 ο Βάρναλης έγινε καθηγητής του Α΄ Γυμνασίου Πειραιώς και τον ίδιο χρόνο πέτυχε υποτροφία για συνέχιση των σπουδών του στο Παρίσι.

Ο Βάρναλης έκανε την πρώτη του εμφάνιση στα Ελληνικά Γράμματα με ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό ΝΟΥΜΑΣ του Δ. Ταγκόπουλου. 

Τα ίδια αυτά ποιήματα συμπληρωμένα τα περιέλαβε στην πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον γενικό τίτλο ΚΗΡΗΘΡΕΣ που κυκλοφόρησε το 1905. 

Βέβαια, πρώτη του ποιητική δουλιά ήταν οι ΠΥΘΜΕΝΕΣ, μια ποιητική συλλογή που εκδόθηκε μετά το θάνατό του, αφού προηγουμένως εντοπίστηκε στο Αρχείο του Κωστή Παλαμά 10

Ο Βάρναλης είχε στείλει τους ΠΥΘΜΕΝΕΣ στον Παλαμά, ζητώντας απ' αυτόν την κριτική και τις συμβουλές του, επιθυμία στην οποία ο Παλαμάς ανταποκρίθηκε. 

Σ' ένα κείμενό του, γραμμένο στα χρόνια της κατοχής απ' αφορμή το θάνατο του Παλαμά, ο Βάρναλης περιγράφει ως εξής εκείνη την επαφή του με το μεγάλο δάσκαλο. «Του 'στειλα με το Ταχυδρομείο σ' ένα φάκελο χειρόγραφα ποιήματά μου και τον παρακαλούσα να μου πει τη γνώμη του. Καθαρογραμμένα, καλλιγραφημένα. Αυτό είτανε το μοναδικό τους προσόν. Ύστερα από μέρες πήρα μια "βραχεία". Μου έγραφε: "Φίλε... συνάδελφε!". Πωπώ! Πήγα να τρελαθώ απ' τη χαρά μου»11.

Τις ΚΗΡΗΘΡΕΣ, την πρώτη δημοσιοποιημένη ποιητική συλλογή του Βάρναλη, την προλόγιζε ο ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης, ένας ποιητής, που, όπως γράφει ο Μάρκος Αυγέρης, «οι νέοι τον εκτιμούσαν πολύ για τον αρμονικό στίχο του και τον θεωρούσαν σαν έναν από τους τελευταίους αντιπροσώπους της εφτανησιώτικης σχολής»12. Εγραφε ο Μαρτζώκης για τον Βάρναλη σ' εκείνον τον πρόλογο13: «Ο νέος, τον οποίον παρουσιάζω, ημπορώ να το πω με μεγάλη μου χαρά ότι είναι αληθινός ποιητής».

25-10-1935. Στο βαπόρι «Μαρία Λ.» που τον μετέφερε, μαζί με άλλους εξόριστους, στον Αϊ-Στράτη. Κάτω πρώτη σειρά από αριστερά: Δεύτερος ο Δ. Γληνός, τρίτος ο Βασίλης Δημησιάνος, τέταρτος ο Κώστας Βάρναλης. Δεξιά πάνω, ανάμεσα στα σχοινιά, ο Αντώνης Στρατηγόπουλος
25-10-1935. Στο βαπόρι «Μαρία Λ.» που τον μετέφερε, μαζί με άλλους εξόριστους, στον Αϊ-Στράτη. Κάτω πρώτη σειρά από αριστερά: Δεύτερος ο Δ. Γληνός, τρίτος ο Βασίλης Δημησιάνος, τέταρτος ο Κώστας Βάρναλης. Δεξιά πάνω, ανάμεσα στα σχοινιά, ο Αντώνης Στρατηγόπουλος
Μετά τις ΚΗΡΗΘΡΕΣ ο Βάρναλης δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, στην ΗΓΗΣΩ, στα ΓΡΑΜΜΑΤΑ και στη ΝΕΑ ΖΩΗ της Αλεξάνδρειας, στο ΒΩΜΟ, στον ΠΥΡΣΟ, στο ΛΟΓΟ κ.α. Το 1919 δημοσίευσε στο περιοδικό ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ το μεγάλο ποίημα Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ, που ήταν αφιερωμένο στο Ν. Πολίτη. 

Με τον ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ κλείνει η πρώτη περίοδος της ποιητικής διαδρομής του Βάρναλη. Μια περίοδος στην οποία ο ποιητής έδειξε το μεγάλο του ταλέντο, αλλά το έργο του κινείται στα κυρίαρχα ιδεολογικά μοτίβο, χωρίς συγκρούσεις με τις κατεστημένες αντιλήψεις. 

Ο αισθησιασμός, ο διονυσιασμός, η αρχαιολατρία, ακόμη και ο εθνικισμός είναι στοιχεία που σφραγίζουν το ποιητικό του έργο αυτής της περιόδου. 

Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ όμως είναι το μεταίχμιο. «Αποτελεί τη σύντομη μετάβαση από την πρώτη περίοδο στη δεύτερη», γράφει ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου. 

Και προσθέτει: «Ο "Προσκυνητής" είναι το ορόσημο, ο σταθμός. Το παλιό συνυπάρχει με το καινούργιο. Ολος ο "Προσκυνητής" είναι νέα ποιότητα στο έργο του Βάρναλη. Ο παλιός και έμπειρος τεχνίτης του στίχου παρατάει το μικρό ποίημα και καταπιάνεται με το έπος, το μεγάλο ποίημα το χωρισμένο σε άσματα. Το παράδειγμα του Παλαμά, του εθνικού ποιητή, μαζί ίσως και του Βαλαωρίτη, ακόμα και του Σολωμού του θρέφει τις φιλοδοξίες: Να εκφράσει το έθνος, την εποχή, να γίνει ο οδηγητής του»14.

Για το ίδιο θέμα ο Γιάννης Κορδάτος σημειώνει 15: «Πολλοί χαρακτηρίζουν τον "Προσκυνητή" μεγαλόπνοο εθνικιστικότατο ποίημα. Σωστό είναι πως ο "Προσκυνητής"... έχει έντονη εθνικιστική νότα και ρητορικότητα, όχι όμως και σωβινισμό. Στο ποίημα υμνείται η Ελλάδα σε ολόκληρη την ιστορική της διαδρομή και σε όλες τις εκδηλώσεις της (ηρωισμός, διονυσιασμός, φύση, τέχνη, γυναίκες). Ο "Προσκυνητής" αποτελεί ορόσημο. Απαρχή της νέας ποιητικής δημιουργίας του Βάρναλη».

Περίοδος Δεύτερη - Ο επαναστάτης ποιητής

Ως κοινωνικός ποιητής ο Βάρναλης εμφανίζεται στα 1922 με το ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ. Είχαν μεσολαβήσει οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, το μακελειό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και η Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση που έδωσε τεράστια αναγεννητική δύναμη στους λαούς όλου του κόσμου, φλόγισε τις ψυχές και τα μυαλά των ανθρώπων. Την περίοδο δε που ο Ποιητής γράφει αυτό το εκπληκτικό ποιητικό έργο, η Ελλάδα βιώνει τη Μικρασιατική εκστρατεία που σε λίγο θα εξελιχθεί σε καταστροφή.

Η στροφή του Βάρναλη στην κοινωνική ποίηση γίνεται στο Παρίσι. Γράφει ο Αυγέρης 16: «Η μεταβολή ήταν απότομη, αληθινή μεταστροφή. Στη συνείδηση του Ποιητή άλλαξε ολότελα η αντίληψη του κόσμου. Από την αισθητική αρχαϊκή και διακοσμητική λογοτεχνία προσγειώνεται ξαφνικά στη σημερινή δραματική πραγματικότητα, αφήνει τους πολυσύχναστους παλιούς δρόμους, αλλάζει πορεία κι ακολουθεί αποφασιστικά τη νέα ανθρωπότητα, που έρχεται ν' αναγεννήσει τον τόπο. Τη συνείδηση του ποιητή από δω και πέρα θα τη γεμίσει το τρικυμισμένο πνεύμα του εικοστού αιώνα. Η μεταβολή έγινε όταν ο Ποιητής ήταν στο Παρίσι για μετεκπαίδευση. Εκεί όπως σ' όλη την Ευρώπη είχαν ξεσπάσει τα φιλειρηνικά και κοινωνικά νέα ρεύματα, τα συγχυσμένα αισθήματα της απογοήτευσης, της διαμαρτυρίας, το πνεύμα της επανάστασης». 

Για το ίδιο θέμα ο Δημήτρης Γληνός έχει γράψει: «Η κρίσιμη στιγμή φυσικά από καιρό ετοιμαζότανε μέσα του. Από τον καιρό που έζησε τον βαλκανικό πόλεμο και τον εθνικό θρίαμβο. Μιαν ανταρσία, μιαν αντίθεση με τα καθιερωμένα είχε πάντα μέσα του. Τώρα, όμως, στο Παρίσι ήρθε σε αμεσότατη επαφή με τις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις. Ο Ρομαίν Ρολλάν, ο Μπαρμπύς τον επηρεάζουνε. Ακούει την κριτική των αριστερών για το μεγάλο πόλεμο. Και πέρα στο βάθος του ορίζοντα ξεχωρίζει τις τεράστιες φλόγες της ρουσικής επανάστασης» 17. Σε τέτοιες συνθήκες εξωτερικών ερεθισμάτων και εσωτερικής πνευματικής επανάστασης γράφτηκε το ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ.


Ο ίδιος ο Βάρναλης γράφει γι' αυτό του το έργο 18 : «Το "Φως που καίει" το έγραψα στην Αίγινα το καλοκαίρι του 1921. Ομως το διάγραμμα του έργου, την κατανομή του σε τρία μέρη, τα πρόσωπα του διαλόγου και των διαφόρων λυρικών κομματιών τα είχα συλλάβει όταν ακόμη ήμουνα στο Παρίσι. Εκεί μάλιστα έγραψα και τις πρώτες στροφές από το "Τραγούδι των Ωκαιανίδων"... Το έργο μου αυτό τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια από το Στέφανο Πάργα (έκδοση "Γραμμάτων") με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας στην αρχή του 1923. Ήτανε για την Ελλάδα η πρώτη επαναστατική κραυγή ενάντια στο τεράστιο έγκλημα του παγκόσμιου μακελειού».

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΕΙ, όπως ήταν επόμενο, τάραξε τα λιμνάζοντα νερά στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής και προκάλεσε έντονες συζητήσεις. Ο Ξενόπουλος το χαρακτήρισε σταθμό στα Ελληνικά Γράμματα ενώ ο ίδιος ο ποιητής «Μάλλον αρχή» 19 εννοώντας προφανώς ότι επρόκειτο για μια νέα δική του αρχή, αλλά και μια αρχή στην κοινωνική ποίηση του 20ού αιώνα. 

Ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου μιλάει για αρχή «της σοσιαλιστικής μας λογοτεχνίας» που «είναι μέρος της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας», με αποτέλεσμα - κατά τη γνώμη του - το δίκαιο να βρίσκεται με τη γνώμη του Ξενόπουλου 20. Για τον Κορδάτο με το ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ «ο Βάρναλης ξεσπαθώνει και βρίσκεται πρωτοπόρος στο προοδευτικό κίνημα» 21.

Αντίθετα από τις παραπάνω κρίσεις, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι το ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στον Καζαντζάκη, αν και η πρώτη του επαφή με το έργο ήταν από τις βιβλιοκριτικές του ΝΟΥΜΑ. Σ' ένα γράμμα του προς την τότε σύζυγό του και μεγάλη λογοτέχνιδα Γαλάτεια, ο Ν. Καζαντζάκης έγραφε 22

«Cherie, τώρα λαβαίνω τις εφημερίδες με το "Νουμά". Ξεφυλλίζοντας το "Νουμά" είδα μια κριτική για κάποιο "Τανάλια". Δεν τολμώ να πιστέψω πως είναι ο Βάρναλης. Θα 'ναι κανείς μαθητής καθυστερημένος του Παλαμά. Σκέψη, στίχος, ρητορεία - όλα Παλαμοφέρνουν. Αν πρόκειται για το Βάρναλη σε παρακαλώ θερμότατα στείλε μου το βιβλίο για να το διαβάσω με προσοχή. Θέλω ν' αλλάξω γνώμη. Αφήνω τη σκέψη του (πόσο είναι "σοσιαλιστικά" πίσω δε λέγεται), ο στίχος, η ποίηση, είναι ανάξια ρητορεία κι αφηρημένες έννοιες και κεφαλαία γράμματα». 

Φυσικά ο Καζαντζάκης δεν είχε δίκιο, αλλά η γνώμη του, έστω και πρόχειρα διατυπωμένη, ως ιστορικό γεγονός έχει τη δική της ξεχωριστή βαρύτητα.

Το 1923, πάλι, ως Δήμος Τανάλιας, ο Βάρναλης εκδίδει, πάλι, στην Αλεξάνδρεια έναν τόμο με τρία διηγήματα και με τον τίτλο «ο λαός των Μουνούχων». Το 1925 θα εκδώσει τη μελέτη «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» και το 1927 το ποιητικό έργο «Σκλάβοι πολιορκημένοι». 

Το ποιητικό του έργο μέσα σ' αυτήν την πενταετία 1922 - 1927, τόσο πολύ σφράγισε τη νεοελληνική γραμματεία που ήταν αδύνατο να το αγνοήσουν ακόμη και ακραιφνείς αντικομμουνιστές κριτικοί της λογοτεχνίας. 

Ένας τέτοιος, ο Ανδρέας Καραντώνης, που στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου έγραφε κάτι ανόητα θεατρικά με πρωταγωνιστές ηγέτες του ΚΚΕ και του ΔΣΕ, γράφει για το ποιητικό έργο του Βάρναλη στην προαναφερόμενη πενταετία 23

«Μέσα σ' αυτή την πενταετία, δηλαδή ανάμεσα στα τριάντα οχτώ και σαράντα τρία χρόνια του, ο Βάρναλης διαμόρφωσε την εντελώς δική του προσωπικότητα σαν "πρωτότυπος" ή σαν "καινούριου τύπου" ποιητής. 

Με το απόθεμα αυτό πήρε μια κορυφαία θέση στη νεοελληνική ποιητική μας παράδοση. Κι αν δε θεωρήθηκε σαν ποιητής που "εγκαινιάζει μια νέα ποίηση", η ποίησή του εκτιμήθηκε σαν εμπλουτισμός της παράδοσης και πλούσια ενίσχυσή της με νέα θέματα, με νέες ιδέες».

Το 1931 ο Βάρναλης εξέδωσε την «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη», για την οποία ο Παλαμάς τού έγραψε 24: «Με τα γραμμένα σου μου φαίνεται, πως δύο κλίκες ζεσταίνεις, εκείνους, που θέλουνε να σε αφορίσουν, κ' εκείνους που ζητάνε να σε φιλήσουν. Είναι και μια τρίτη, που αισθάνεται και τα δύο διαβάζοντας σε, όσο κι αν τέτοιο αίσθημα μπερδεύει». 

Το 1938 εκδόθηκαν οι «Ζωντανοί άνθρωποι», το 1946 το «Ημερολόγιο της Πηνελόπης», το 1956 οι «Διχτάτορες» και η επιλογή από το μέχρι τότε ποιητικό έργο υπό το γενικό τίτλο «Ποιητικά». Το 1958 βγήκαν σε δύο τόμους τα «Αισθητικά - κριτικά» και το 1959 ο ποιητής βραβεύεται στη Μόσχα με το Βραβείο Λένιν για τους αγώνες και το έργο του υπέρ της Ειρήνης.

Το 1965, ο ποιητής εξέδωσε την ποιητική του συλλογή «Ελεύθερος Κόσμος» και το 1972 το θεατρικό του «Ατταλος ο Γ΄». Μετά το θάνατό του (1975) εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή, γραμμένη στα χρόνια της χούντας, με αντιδικτατορικά ποιήματα, ενώ το 1980 εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε βιβλίο τα «Φιλολογικά Απομνημονεύματα» και το 1985 η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον γενικό τίτλο «Πυθμένες».

Ο Βάρναλης υπήρξε κορυφαίος φιλόλογος από τους καλύτερους της εποχής του και έχει να παρουσιάσει ενδιαφέρον μεταφραστικό έργο. Συγκεκριμένα, μετέφρασε τις κωμωδίες του Αριστοφάνη: Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσες, Ιππείς, Ιππόλυτος, Λυσιστράτη, Πλούτος και Τρωαδίτισσες. Επίσης, έχει μεταφράσει Μολιέρο, Πούσκιν κ.ά. 

Ένα χαρακτηριστικό στην ποιητική δουλειά του Βάρναλη είναι ότι ποτέ δεν άφηνε τα ποιήματά του, όπως τα είχε φτιάξει αρχικά. Συνεχώς τα ξαναεπεξεργαζόταν με αποτέλεσμα οι επανεκδόσεις τους να παρουσιάζουν αρκετές διαφορές από τις εκδόσεις που είχαν προηγηθεί. 

Έτσι, αν κάποιος θέλει να μελετήσει τον Βάρναλη οφείλει να αναζητήσει το έργο του σε όλες του τις εκδόσεις δεδομένου ότι 31 χρόνια μετά το θάνατό του δεν έχει υπάρξει μια έκδοση των απάντων του και οι επανεκδόσεις των έργων του δε διακρίνονται από τη φιλολογική πληρότητα που απαιτείται.


Αντί επιλόγου
Αν και απ' όσα αναφέραμε είναι απολύτως σαφές, οφείλουμε να υπογραμμίζουμε ότι ο Βάρναλης υπήρξε κομμουνιστής με διαρκή προσφορά και συμμετοχή στους αγώνες της εργατικής τάξης. 

Το 1935, για παράδειγμα, για τη δράση του εξορίστηκε στον Αϊ-Στράτη και στη Μυτιλήνη 25, ενώ πάντοτε υπήρξε στο στόχαστρο της στρατευμένης αστικής διανόησης και των ιδεολογικών μηχανισμών του καθεστώτος. Η εργατική τάξη με το κόμμα της, το ΚΚΕ, αντιμετώπιζαν τον ποιητή, στο μέτρο του δυνατού που επέτρεπαν οι εποχές, με ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα. 

Ανάμεσα στα άλλα αξίζει να αναφέρουμε τούτο: Μετά την απελευθέρωση, ο Βάρναλης δούλευε στον «Ριζοσπάστη» γεγονός που ναι με του εξασφάλιζε τα προς το ζην αλλά του δημιουργούσε εμπόδια και του στερούσε τον αναγκαίο χρόνο, για να αφιερωθεί στην καλλιτεχνική του δημιουργία. 

Το γεγονός αυτό υπέπεσε στην αντίληψη του Ν. Ζαχαριάδη και αντιμετωπίστηκε αμέσως. Ο Ζαχαριάδης - γράφει ο Β. Γεωργίου στις αναμνήσεις του - «εκτιμούσε αναμφισβήτητα την πνευματική δουλειά και δέχτηκε αμέσως την πρότασή μας να δοθεί στον Βάρναλη εξάμηνη πληρωμένη άδεια για να γράψει το "Ημερολόγιο της Πηνελόπης"» 26.

Ας επιστρέψουμε, όμως, εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε, στο θάνατο του μεγάλου ποιητή.

Οταν έγινε γνωστός ο θάνατος του Βάρναλη βαθιά συγκίνηση πλημμύρισε τις καρδιές των απλών ανθρώπων, των διανοουμένων, ακόμη και των πολιτικών του αντιπάλων. Παρά το γεγονός ότι ο ποιητής έφυγε πλήρης ημερών, η απώλεια ήταν πραγματικά μεγάλη και δυσαναπλήρωτη. Τέτοιες μορφές δεν εμφανίζονται συχνά. «Ολη η Ελλάδα πενθεί τον κορυφαίο ποιητή της», έγραφε ο «Ριζοσπάστης» στις 17/12/1974.

Στο τηλεγράφημά της προς την σύζυγό του Δώρα Μοάτσου - Βάρναλη και την κόρη του Ελένη, η ΚΕ του ΚΚΕ έλεγε: «Εκφράζουμε τη βαθύτατη θλίψη μας και τα πιο ειλικρινή συλλυπητήρια μας για το χαμό του μεγάλου Βάρναλη. Με το αστραποβόλο ποιητικό έργο του και την ακλόνητη στάση του κατέκτησε επάξια τον τίτλο του Ποιητή του Λαού. Το έργο του θα μείνει αθάνατο».

Ανακοινώσεις εξέδωσαν, επίσης, η ΕΣΗΕΑ, οι οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης, η ΚΝΕ και άλλες νεολαιίστικες οργανώσεις, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, οργανώσεις της εργατικής τάξης και άλλων λαϊκών στρωμάτων, άνθρωποι της Τέχνης, των Επιστημών και των Γραμμάτων. Τη μέρα της κηδείας του και αργότερα, εκδηλώσεις αποχαιρετισμού οργανώθηκαν σε όλη τη χώρα αλλά και στο εξωτερικό, όπου υπήρχαν Ελληνες.

Η κηδεία του Βάρναλη έγινε από το Α΄ Νεκροταφείο στις 18 Δεκέμβρη 1974, στις 4.30 μ.μ. Εως την τελευταία του κατοικία τον συνόδεψε μια «ατέλειωτη πορεία λαού», σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» της επόμενης μέρας. Εκεί η οικογένειά του, οι φίλοι του, κορυφαίοι λογοτέχνες, ο Γιάννης Ρίτσος, η ηγεσία του ΚΚΕ με επικεφαλής τον Χαρίλαο Φλωράκη, εκπρόσωποι άλλων κομμάτων, πλήθος προσωπικοτήτων. 

Τα πρόσωπα, η συγκίνηση, οι επικήδειοι λόγοι, το αποχαιρετιστήριο ποίημα που διάβασε για τον εκλιπόντα ο Ρίτσος, η λαοθάλασσα, οι παρόντες κι ακόμη περισσότερο οι απόντες δεν άφηναν καμία αμφιβολία πως όλη η χώρα γονάτιζε ευλαβικά μπρος στο μεγάλο της νεκρό. 

Όμως, η μεγαλύτερη τιμή γι' αυτόν εκφράστηκε μ' ένα μόνο σύνθημα τη στιγμή που οι χιλιάδες του λαού φώναζαν: «Είσαι οδηγητής για μας Ποιητή της εργατιάς». Οποιος έρχεται σ' επαφή με το έργο του μπορεί, χωρίς την παραμικρή δυσκολία, να αντιληφθεί πόση αλήθεια κρύβουν αυτές οι λίγες λέξεις.

1. «Ριζοσπάστης» 17/12/1974
2. «Ριζοσπάστης» 6/12/1974
3. «Ριζοσπάστης» 17/12/1974
4. Κώστα Βάρναλη: «Ποιητικά», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 9 - 10
5. Στην τιμητική έκδοση για τα πενηντάχρονα του έργου του, που πρωτοκυκλοφόρησε τον Απρίλη του 1957, ως έτος γέννησής του αναφέρεται το 1884. Στα Φιλολογικά του απομνημονεύματα οι επιμελητές της έκδοσης αναφέρουν ότι γεννήθηκε το 1883. Στο «Ατομικό Δελτίο Συντάκτου της ΕΣΗΕΑ ως έτος γεννήσεως αναφέρεται το 1881.
6. Κώστας Βάρναλης: «Φιλολογικά απομνημονεύματα», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 24 - 25
7. Ο Καρολίδης υπήρξε ο συνεχιστής της «Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους» του Κ. Παπαρρηγόπουλου, ακραιφνής συντηρητικός και οπαδός των θεωριών περί προαιώνιας ύπαρξης του ελληνικού έθνους
8. Κώστας Βάρναλης: «Φιλολογικά απομνημονεύματα», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 56 - 57
9. Κώστας Βάρναλης, στο ίδιο, σελ. 169
10. Κώστα Βάρναλη: «ΠΥΘΜΕΝΕΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, 1985. Ο Βάρναλης είχε στείλει τους «ΠΥΘΜΕΝΕΣ» στον Παλαμά, ζητώντας απ' αυτόν την κριτική και τις συμβουλές του, επιθυμία στην οποία ο Παλαμάς ανταποκρίθηκε
11. Κώστα Βάρναλη: «Αισθητικά - Κριτικά», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, τόμος β', σελ. 158
12. Μάρκου Αυγέρη: «Κώστας Βάρναλης - Ο δάσκαλος του ποιητικού λόγου», ΑΥΓΗ 28/2/1954 και στη συλλογή του Μάρκου Αυγέρη «Κριτικά - Αισθητικά», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» σελ. 25
13. Κώστα Βάρναλη: «ΚΗΡΗΘΡΕΣ», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 11
14. Μ. Μ. Παπαϊωάννου: «Κώστας Βάρναλης - Μελέτες», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ., 20
15. Γιάννη Κορδάτου: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΕΚΔΟΤΙΚΗ,. Αθήνα 1962, τόμος β΄, σελ. 476 - 477
16. Μάρκου Αυγέρη: «Κώστας Βάρναλης - Ο δάσκαλος του ποιητικού λόγου», ΑΥΓΗ 28/2/1954 και στη συλλογή του Μάρκου Αυγέρη «Κριτικά - Αισθητικά», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» σελ. 27
17. «Κώστας Βάρναλης - 10 Χρόνια από το θάνατό του», έκδοση του υπουργείου Πολιτισμού, σελ. 21
18. Κώστας Βάρναλης: «Φιλολογικά απομνημονεύματα», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 283 - 284
19. Κώστα Βάρναλη: «Το φως που καίει», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 8
20. Μ. Μ. Παπαϊωάννου, στο ίδιο, σελ. 32
21. Γ. Κορδάτου: στο ίδιο, σελ. 478
22. Νίκου Καζαντζάκη: «Επιστολές προς Γαλάτεια», εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ, σελ. 144
23. Ανδρέα Καραντώνη: «Νεοελληνική Λογοτεχνία - Φυσιογνωμίες», εκδόσεις «Παπαδήμα», τόμος Β΄, σελ. 205
24. Κ. Βάρναλη: «Πεζός λόγος», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 13
25. Για την εμπειρία του Βάρναλη στην εξορία βλέπε: Μπερτ Μπελτς: «Εξόριστοι στο Αιγαίο», εκδόσεις «Φιλίστωρ», σελ. 110 - 119
26. Βάσου Γεωργίου: «Η ζωή μου», Αθήνα 1992, σελ. 467






Και ένα τραγούδι των Χειμερινών Κολυμβητών 
Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Αργύρης Μπακιρτζής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου