Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Ο Καζαντζάκης της «Ιλιάδας»

Σαν σήμερα, 18 Φλεβάρη 1883 γεννήθηκε ο μεγάλος λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης
20
Ο πιο πολύ μεταφρασμένος Έλληνας λογοτέχνης. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου.
Δοκίμιο, Ποίηση, Μυθιστόρημα, Θεατρικά, Ταξιδιωτικά, Φιλοσοφία, Διασκευές και μεταφράσεις. Μαζί με τον Ι.Θ. Κακριδή μετέφρασαν την «Ιλιάδα».

Μετάφραση ποιητική, έμμετρη, σε δημοτική γλώσσα, που συνοδεύεται από εισαγωγή του Ι.Θ. Κακριδή. Αυτή την μετάφραση διδαχτήκαμε στο σχολείο.

Το εγχείρημα έχει αφετηρία το 1942 όταν έρχεται για λίγο στην Αθήνα, όπου συναντά τον καθηγητή Ι. Θ. Κακριδή και θέτουν τη βάση της συνεργασίας τους για τη μετάφραση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας του Ομήρου.

Επιστρέφει στην Αίγινα και τελειώνει μόνος την πρώτη γραφή της μετάφρασης της Ιλιάδας. Στα 1952 τον επισκέπτεται στην Αντίμπ, όπου ζει πλέον, ο Ι. Θ. Κακριδής και εργάζονται μαζί για την οριστική μορφή της μετάφρασης της Ιλιάδας, η οποία σταδιακά ολοκληρώνεται και εκδίδεται το 1955.

Με αφορμή την επέτειο γέννησης του Νίκου Καζαντζάκη επιλέξαμε ένα διαφορετικό αφιέρωμα. Από αυτή τη μετάφραση της «Ιλιάδας» επιλέξαμε κάποια αποσπάσματα και τα «παντρέψαμε» με λιθογραφίες του Γάλλου ζωγράφου Henri Motte (1846-1922). Είναι τα σημεία της «Ιλιάδας» που ενέπνευσαν τον Γάλλο καλλιτέχνη.

10
Ότι είχε η Αυγή η θεά στον Όλυμπο το μέγα ανέβη απάνω, .
το φως στο Δία και στους αθάνατους τους άλλους να μηνύσει
(Ραψωδία Β’)
11
Ωστόσο πλάι στο Δία σε σύναξη μαζί οι θεοί εκαθόνταν
μες στο χρυσόστρωτο παλάτι του, κι η Ήβη η σεβάσμια γύρω
σε όλους κρασί κερνούσε αθάνατο᾿ κι αυτοί την Τροία θωρώντας
ο ένας τον άλλο αντιχαιρέτιζε με τη χρυσή του κούπα.
(Ραψωδία Δ’)
12
Πήρε η Αθηνά, του βροντοσκούταρου του Δία η κόρη, ωστόσο
και το αγανό μαντί της έβγαλε στο πατρικό παλάτι,
το πλουμιστό, που ατή της ύφανε με τα δικά της χέρια.
Του Δία μετά φοράει το θώρακα του νεφελοστοιβάχτη
για τον πολύδακρο τον πόλεμο, και τ᾿ άρματα του βάζει.
Κι απά στο αμάξι τότε ανέβηκε το λιόφωτο, κι αδράχνει
το δυνατό, βαρύ, θεόρατο κοντάρι, που σκοτώνει
όσους ηρώους του Τρανοδύναμου την κόρη έχουν θυμώσει.
Κι η Ήρα με βιάση τότε τ᾿ άλογα χτυπά με το μαστίγι,
κι οι πύλες τ᾿ ουρανού από μόνες τους βρόντηξαν, πού απ᾿ τις Ώρες
φυλάγουνται· τι αυτές τον Όλυμπο και τα πλατιά τα ουράνια
πήραν χρέη με σύγνεφο πυκνό να τ᾿ ανοιγοσφαλνούνε.
Μέσα απ᾿ αυτές τα μαστιγόλαμνα πέρασαν άτια τώρα.
(Ραψωδία Θ’)

14
Κι η Ήρα η σεβάσμια της απάντησε με δόλο και της είπε:
«Τον πόθο δωσ᾿ μου και τον έρωτα, που εσύ μ᾿ αυτά, σα θέλεις,
όλους δαμάζεις τους αθάνατους και τους θνητούς ανθρώπους.
(…)
Τότε η Αφροδίτη η αχνογελόχαρη της αποκρίθη κι είπε:
«Ουτε μπορώ κι ουδέ και πρέπει μου να σου αρνηθώ τη χάρη,
τι εσύ στου πρώτου απ᾿ τους αθάνατους την αγκαλιά κοιμάσαι.»
Είπε, και λύνει από τον κόρφο της το στηθοπάνι, που ‘χε
λογιώ λογιώ πλουμιά, κι απάνω του τα μάγια έσμιγαν όλα,
κι η αποθυμιά και τα γλυκόλογα της ερωτιάς κι η αγάπη
και το ξελόγιασμα, που πλάνεψε και μυαλωμένο ακόμα.
Κι ως μες στα χέρια της το απίθωσε, τούτα της λέει τα λόγια:
«Να, πάρε χώσε αυτό στον κόρφο σου το στηθοπάνι τώρα.
το πλουμιστό, που είναι όλα μέσα του, και δίχως άλλο ξέρε
πως δε θα γύρεις με ακατάφερτο το που ‘χεις μες στο νου σου»

(Ραψωδία Ξ’)
15
Θυμό γεμάτη η πολυσέβαστη του Δία γυναίκα τότε
γυρνάει στη Σαϊτορίχτρα με άσκημα μαλώνοντας τη λόγια:
«Πώς ξεθαρρεύτης, σκύλα αδιάντροπη, κι αντίκρα μου ήρθες τώρα
ν᾿ ασκώσεις κεφαλή; Σα δύσκολο μαζί μου να τα βάλεις,
κι ας είσαι με δοξάρι• λιόντισσα για τις θνητές μονάχα
λέω σ᾿ έχει κάμει ο Δίας, και σου ‘δωκε να ρίχνεις όποια θέλεις.
Πιο κέρδος θα ‘χες λέω να σκότωνες αγρίμια στα ρουμάνια
κι άγρια ζαρκάδια, αντί να μάχεσαι με πιο τρανούς σου τώρα.
Μ᾿ αν θες να δοκιμάσεις πόλεμο, να μάθεις πόσο εγώ είμαι
τρανότερη, που αποδυνάστηκες να μετρηθείς μαζί μου…»
Αυτά είπε, και τα δυο της άρπαξε τα χέρια στο ζερβί της,
με το άλλο επήρε από τους ώμους της σαγίτες και δοξάρι,
κι όπως εκείνη εστριφογύριζε, στ᾿ αφτιά με τούτα αρχίζει
γελώντας να τη δέρνει᾿ κι έπεφταν κάτω οι γοργές σαγίτες
(Ραψωδία Φ’)

*Και οι 24 λιθογραφίες του Henri Motte κυκλοφόρησαν σε λεύκωμα το 2008 («Τυποεκδοτική») με φιλολογική επιμέλεια δική μου και καλλιτεχνική επιμέλεια του Γιώργου Φαρσακίδη. 

Σε εκείνη την έκδοση επέλεξα τα αποσπάσματα από τις μεταφράσεις του Αλέξανδρου Πάλλη και του Ιάκωβου Πολυλά.

Ηρακλής Κακαβάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου