Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

ΒΙΒΛΙΟ «Το τελευταίο ταξίδι»

Της Ελευθερίας Μεταξά
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε ήρεμα, γλιστρώντας απαλά επάνω στον διάδρομο, σαν υπάκουο παιδί στα έμπειρα χέρια του κυβερνήτη. Η μαυροντυμένη γυναίκα κοίταξε με ένα πικρό χαμόγελο έξω απ’ το παράθυρο. Άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στο τοπίο. Πόσο είχε αλλάξει η Αθήνα απ’ την τελευταία φορά που είχε έρθει!

Άφησε να της ξεφύγει ένα ειρωνικό γέλιο σ’ αυτήν τη σκέψη. Η τελευταία φορά... Πότε ήταν, αλήθεια; Πριν τριάντα... όχι, πριν τριάντα δύο χρόνια... Μια ολόκληρη ζωή...

Το αυτοκίνητο την περίμενε έξω από την αίθουσα αφίξεων, ακριβώς όπως είχε κανονίσει η ίδια πριν ξεκινήσει από τη Νέα Υόρκη. Ο οδηγός, ένας νεαρός άνδρας με μπλε σκούρο κουστούμι, τη χαιρέτησε ευγενικά και ανοίγοντάς της την πίσω πόρτα της είπε:

-«Καλώς ορίσατε, κυρία Μάθιους. Είχατε καλό ταξίδι;».

Η μαυροντυμένη γυναίκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και μπήκε αμίλητη στο αυτοκίνητο. Ήταν ήδη αρκετά κουρασμένη από την πολύωρη πτήση και δεν είχε διάθεση για συζήτηση. 

Ήθελε να μείνει βυθισμένη στις σκέψεις της και να απολαύσει τη διαδρομή μέχρι τη Μάνη, να γεμίσει τα μάτια και την ψυχή της με τις εικόνες του άγριου τοπίου που είχε να αντικρίσει από τότε που έφυγε από την Ελλάδα. 

Ένιωθε μία γλυκιά νοσταλγία να την πλημμυρίζει, να χαϊδεύει κάθε κύτταρο του κορμιού της. Θα ξανάβλεπε τον τόπο της, το σπίτι της... το μέρος που γεννήθηκε και μεγάλωσε... τη ρίζα της, που η ίδια την τράβηξε βίαια απ’ τα πατρικά χώματα και την πέταξε μακριά της, αποφασίζοντας να μην γυρίσει ποτέ πίσω. 

Ο θάνατος της αδελφής της ήταν ο μοναδικός λόγος που αποτόλμησε να κάνει τούτο το ταξίδι. Η Αργυρώ ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που την ένωνε με την Ελλάδα, ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας που ράγισε με τον θάνατο πρώτα της μάνας κι έπειτα του πατέρα της και που τώρα έσπασε οριστικά. Έπρεπε να κάνει τούτο το τελευταίο ταξίδι στην πατρίδα... έτσι, σαν έναν φόρο τιμής στα νιάτα της, στη φαμίλια της...

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του νεαρού, η μαυροντυμένη γυναίκα δεν έβγαλε λέξη απ’ το στόμα της. Κρατούσε τα μάτια της πεισματικά καρφωμένα στον δρόμο, κρυμμένα καλά πίσω από τα μαύρα της γυαλιά που την προστάτευαν από οποιοδήποτε βλέμμα επιχειρούσε να βυθιστεί μέσα στην καταπράσινη ίριδά τους και να διακρίνει τα δάκρυα που ήταν έτοιμα να κυλήσουν. Όμως, όχι! Δεν θα έκλαιγε! 

Αυτό ήταν κάτι που είχε απαγορεύσει στον εαυτό της από εκείνη την ημέρα... τότε, που μάταια περίμενε τον Αλέξη να φανεί στο Λιμένι και να της πει έστω και μία λέξη για να την κρατήσει κοντά του. 

Εκείνος δεν ήρθε ποτέ! Και εκείνη αποφάσισε να φύγει, να παντρευτεί τον πλούσιο Αμερικανό που της προξένευε ο θείος της εδώ και μήνες, πιέζοντάς την να λογικευτεί, να μην κλωτσήσει την τύχη που της χαμογελούσε πλατιά... τόσο στην ίδια όσο και σε όλη της την οικογένεια.

Ο κυρ-Μανώλης, ο πατέρας της, δεν την είχε πιέσει. Ούτε η κυρα-Μάγδα, η μάνα της. Όμως, διάβαζε μέσα στα μάτια τους την προσμονή, την ελπίδα για μία θετική δική της απάντηση, που θα τους έβγαζε για πάντα απ’ τη φτώχεια και τη μιζέρια. 

Ο γαμπρός μπορεί να ήταν αρκετά μεγαλύτερός της, αλλά τα χρήματα τον έκαναν να φαίνεται πολύ νεώτερο, πολύ πιο όμορφο ακόμη κι απ’ τον Αλέξη, τον νεαρό ψαρά με τα γαλανά μάτια που έκαναν την καρδιά της να χτυπάει ξέφρενα. 

Γνωρίζονταν από παιδιά, μα τον τελευταίο καιρό είχαν ανακαλύψει ότι δεν ήταν η φιλία που τους ένωνε. Ήταν κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, που ξυπνούσε μέσα τους μαζί με την ανεμελιά των δεκαεπτά τους χρόνων. Κάτι που δυνάμωνε καθημερινά και πήρε σάρκα και οστά μ’ εκείνο το πρώτο τους φιλί, πίσω από έναν βράχο στο Λιμένι.

-«Θα έρθω να σε ζητήσω από τον πατέρα σου», της είχε πει εκείνος.

Εκείνη φοβήθηκε. Του ζήτησε να περιμένουν λίγο. Ήξερε πως οι γονείς της αγαπούσαν τον Αλέξη σαν παιδί τους, όμως για την κόρη τους ήθελαν μία καλύτερη τύχη. Άλλωστε, η Μάγδα, η μάνα της, καταγόταν από μεγάλο τζάκι. 

Παράτησε όμως και σπίτι και φαμίλια, όταν γνώρισε τον Μανώλη. Οι δικοί της δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν για τον φτωχό ψαρά. Τη θυγατέρα τους την προόριζαν για σύζυγο ενός μεγαλοδικηγόρου από την Σπάρτη, που μπορεί να είχε τα διπλά της χρόνια, αλλά μπορούσε να της εξασφαλίσει μία ζωή με ανέσεις. 

Η Μάγδα, όμως, άκουσε την καρδιά και όχι την λογική της κι έφυγε ένα βράδυ μαζί με τον αγαπημένο της, αφήνοντας στους δικούς της μόνο ένα σημείωμα. Εκείνοι την ξέγραψαν αμέσως. Μεγάλη η ντροπή και δεν μπορούσε να ξεχαστεί εύκολα. 

Δεν τους ξαναείδε ποτέ, μιας και η πόρτα του σπιτιού τους έκλεισε οριστικά γι’ αυτήν. Δεν το μετάνιωσε η Μάγδα, μα υπήρχαν φορές που σκεφτόταν πώς θα ήταν η ζωή της αν παντρευόταν τον πλούσιο δικηγόρο και όχι τον φτωχό Μανώλη, που η μόνη του περιουσία ήταν η βάρκα και η αγάπη του. Αλλά, για τις κόρες της, την Αριάδνη και την Αργυρώ, ήθελε μία καλύτερη τύχη.

Ένα δάκρυ ξέφυγε απ’ τα μάτια της Αριάδνης, που το σκούπισε βιαστικά με το γαντοφορεμένο της χέρι. Ο νεαρός οδηγός την κοίταξε μέσα απ’ τον καθρέφτη, αλλά δεν είπε κουβέντα. Είχε καταλάβει ότι η παράξενη εκείνη γυναίκα δεν είχε διάθεση για συζήτηση και στη δουλειά του είχε μάθει να σέβεται απόλυτα τις επιθυμίες των πελατών του.

-«Σας πειράζει να καπνίσω;» ακούστηκε η φωνή της μαυροντυμένης γυναίκας.

Ο νεαρός έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι του, κοιτώντας την ξανά μέσα απ’ τον καθρέφτη.

-«Ασφαλώς όχι!» της απάντησε χαμογελώντας.

Η Αριάδνη έβγαλε από την τσάντα της τη χρυσή της ταμπακιέρα και έβγαλε από μέσα ένα τσιγάρο. Το άναψε και ρούφηξε λαίμαργα τον καπνό. Μέσα στ’ αυτιά της ήχησε η φωνή του μακαρίτη του συζύγου της.

«Darling, μην καπνίζεις, σε παρακαλώ! Ξέρεις πόσο πολύ με ενοχλεί ο καπνός!»

Η γυναίκα χαμογέλασε. Έτσι ήταν πάντα ο Πίτερ! Πάντα ο εαυτός του! Όχι ότι έζησε άσχημα μαζί του. Κάτι τέτοιο θα ήταν ψέμα. 

Η ζωή που της εξασφάλισε –τόσο στην ίδια, όσο και στην οικογένειά της στη Μάνη, αφού κάθε μήνα έστελνε μία κολαριστική επιταγή στο όνομα του πατέρα της- ήταν ό,τι θα μπορούσε να ονειρευτεί μία γυναίκα. 

Ταξίδια, ψώνια, δεξιώσεις... τα πάντα! Μόνο δύο πράγματα δεν μπόρεσε να της δώσει: αγάπη και παιδιά. 

Ήταν στείρος – κάτι που φρόντισε επιμελώς να της κρύψει για πολλά χρόνια, αφήνοντας συχνά να εννοηθεί ότι μπορεί το πρόβλημα να ήταν δικό της και όχι δικό του. Όταν η Αριάδνη βρήκε καταχωνιασμένες σε ένα συρτάρι τις εξετάσεις που αποδείκνυαν την αδυναμία του να αποκτήσει διάδοχο, στην αρχή θύμωσε. 

Ύστερα, όμως, σκέφθηκε ότι ίσως έτσι να ήταν καλύτερα. Πάντα ήθελε να κάνει παιδιά, να αποκτήσει μία μεγάλη οικογένεια με τον άντρα που αγαπούσε. Αλλά, τον Πίτερ δεν τον αγαπούσε... δεν τον αγάπησε ποτέ! 

Συμβιβάστηκε... ή μάλλον, καλύτερα, ξεπουλήθηκε. Επειδή την πρόδωσε ο Αλέξης, που μάταια τον περίμενε εκείνη την ημέρα στο Λιμένι, αποφάσισε να παντρευτεί τον πλούσιο Αμερικανό για να τον εκδικηθεί, να εκδικηθεί την ίδια τη ζωή της που δεν ήρθε έτσι όπως τη σχεδίαζε. 

Καλύτερα, λοιπόν, να μην αποκτούσε ποτέ παιδιά. Τα παιδιά θέλουν αγάπη, κι η δική της η καρδιά είχε αδειάσει απ’ αυτό το συναίσθημα...

Η τελευταία φορά που το ένιωσε, ήταν εκείνο το βράδυ, όταν με χίλιες προφυλάξεις έδωσε στην Αργυρώ, την αδελφή της, το γράμμα που είχε γράψει με ξέφρενο χτυποκάρδι στον Αλέξη. Η Αργυρώ είχε αναλάβει τον ρόλο του ταχυδρόμου, αφού πολύ συχνά πήγαινε κι έφερνε τα σημειώματα που αντάλλασσαν οι δύο ερωτευμένοι.

 «Θα σε περιμένω στο γνωστό μέρος στις 7. Θα έχω μαζί μου μία βαλίτσα με τα απαραίτητα και όλη μου την αγάπη μαζεμένη στα βάθη της καρδιάς μου. Όπου με πας, θα σε ακολουθήσω. Σ’ αγαπώ πιο πολύ κι απ’ τη ζωή μου», του έγραψε. 

Και τον περίμενε... τον περίμενε μέχρι που βράδιασε και το σκοτάδι απλώθηκε πάνω απ’ τη θάλασσα, βάφοντάς την με τα πιο μελανά χρώματα. Το ίδιο σκοτάδι χύθηκε και στην ψυχή της... Κι έγινε ακόμη πιο αβυσσαλέο, όταν την επόμενη ημέρα έμαθε από τον πατέρα της ότι ο Αλέξης έφυγε για την Αθήνα. 

Την ίδια κιόλας στιγμή είπε το ναι στον γάμο με τον Πίτερ. Σκόρπισε τη χαρά στα μάτια των δικών της κι έθαψε για πάντα την ευτυχισμένη, ξέγνοιαστη και ερωτευμένη Αριάδνη στον πιο βαθύ τάφο.

Και τώρα, ξαναγύριζε εκεί. Στη Μάνη, στο Μαυροβούνι... για να ανάψει ένα κερί στον τάφο της αδελφής της και των γονιών της. Η Αργυρώ είχε πεθάνει πριν δέκα ημέρες από έμφραγμα. Τη βρήκαν πεσμένη στην αυλή του σπιτιού οι γείτονες, που ειδοποίησαν και την ίδια. 

Όμως, δεν κατάφερε να έρθει νωρίτερα... ή δεν ήθελε... δεν άντεχε... Τι σημασία έχει; Η γενιά της έσβησε πια κι εκείνη είχε τελικά βρει το κουράγιο να γυρίσει στα πατρικά χώματα... έτσι, σαν ένα τελευταίο μνημόσυνο στις ψυχές των αγαπημένων της.

Ούτε κατάλαβε για πότε πέρασαν τόσες ώρες. Χαμένη μέσα στις σκέψεις της, βουβή και με τα μάτια δακρυσμένα συνειδητοποίησε ότι είχαν φθάσει στον προορισμό τους μόνο όταν της το ανακοίνωσε ο οδηγός. 

Βγήκε από το αυτοκίνητο μόνη της, χωρίς να περιμένει να της ανοίξει εκείνος την πόρτα και με γοργά βήματα, σαν κάτι να την παρακινούσε να βιαστεί, διάβηκε την πόρτα του νεκροταφείου στο Μαυροβούνι. 

Δεν κοίταξε γύρω της, δεν έριξε ούτε μία ματιά. Δεν την ενδιέφερε πόσο και αν είχε αλλάξει τούτο το μέρος. Για κείνη θα ήταν για πάντα το ίδιο, έτσι όπως το κουβαλούσε μέσα στις θύμησές της και στην ψυχή της.

Προχώρησε σταθερά προς τον οικογενειακό τους τάφο. Εκεί, που χρόνια τώρα κοιμούνταν οι παππούδες της, οι γονείς της και, πλέον, και η αδελφή της. Κοίταξε τη φωτογραφία της Αργυρώς, ακουμπισμένη πάνω στο κρύο μάρμαρο, μέσα στην ασημένια κορνίζα. 

Πόσο είχε γεράσει, αλήθεια, η μικρή της Αργυρούλα! Τα μαλλιά της ήταν πια γκρίζα και τα μάτια της, τα άλλοτε καταγάλανα φωτεινά της μάτια, είχαν χάσει τη ζωντάνια τους πολύ πριν τους τη στερήσει ο θάνατος. 

Η γυναίκα που την κοιτούσε από τη φωτογραφία ήταν μία γριά, με τα χείλη σφιγμένα και το πρόσωπο σκαμμένο από τον χρόνο.

-«Ήρθες!»

Η αντρική φωνή που ακούστηκε έξαφνα δίπλα της, την έκανε να γυρίσει το κεφάλι της τρομαγμένη. Όσα χρόνια κι αν περνούσαν, θα την αναγνώριζε! Ήταν εκείνος! Ο Αλέξης... ο Αλέξης της... Θεέ μου, δεν είχε αλλάξει καθόλου! 

Τα μαλλιά του μόνο ήταν πιο αραιά και ψαρά και κάποιες σκόρπιες ρυτίδες αυλάκωναν το πρόσωπό του. Όμως, ήταν πάντα όμορφος, λεβέντης, ίδιος ο Απόλλωνας, όπως συνήθιζε να λέει στην Αργυρώ κοκκινίζοντας. 

Ένιωσε την ανάσα της ξαφνικά να κόβεται, την καρδιά της να χτυπά τρελά και τα γόνατά της να τρέμουν. Τον κοίταξε κι ο χρόνος λες και στροβιλίστηκε, γύρισε πολλά χρόνια πίσω, τότε που ήταν και οι δύο παιδιά, τότε που τον περίμενε μάταια στο Λιμένι.

-«Αλέξη», ψέλλισε.

Εκείνος δεν γύρισε να την κοιτάξει. Τα μάτια του έμειναν καρφωμένα στη φωτογραφία της Αργυρώς. Της φάνηκε πως το βλέμμα του είχε σκοτεινιάσει κάπως, πως το είχε θολώσει το χρώμα του μίσους... Ναι, μίσος ήταν αυτό που διάβαζε στα μάτια του...

-«Ήρθε και με βρήκε εκείνη την ημέρα... Περίμενα ένα γράμμα σου, δυό λέξεις για το πότε θα φύγουμε... είχαμε πει ότι θα κλεφτούμε, θυμάσαι; Ήξερα ότι θα μου το έφερνε η Αργυρώ... Όμως, ήρθε με τα χέρια άδεια... Είχες αποφασίσει να παντρευτείς τον Αμερικάνο... έτσι μου είπε... είχες αποφασίσει να φύγεις μαζί του, να ζήσεις τη μεγάλη ζωή... δεν άντεχες άλλη μιζέρια... έτσι μου είπε... Και να μη σε αναζητήσω, να μην σε ενοχλήσω ποτέ ξανά... να συνεχίσω μόνος... έτσι μου είπε...»

Της Αριάδνης της είχε κοπεί η ανάσα... Ώστε η Αργυρώ της είχε πει ψέμματα... ποτέ δεν έδωσε το γράμμα στον Αλέξη... γιατί; Τι την είχε σπρώξει να της στερήσει την ευτυχία; Μήπως ήταν και κείνη ερωτευμένη με τον Αλέξη; Μήπως σκέφθηκε πόσο θα άλλαζε η ζωή όλων –και η δική της- αν γινόταν ο γάμος της αδελφής της με τον πλούσιο Αμερικανό; 

Έριξε το βλέμμα της στη φωτογραφία της Αργυρώς, σαν να ζητούσε απ’ την εικόνα της τις απαντήσεις. Όμως, η γερασμένη μορφή με το σφιγμένο στόμα δεν μπορούσε πια να της τις δώσει. Γύρισε και κοίταξε τον άντρα που στεκόταν πλάι της, ψελλίζοντας ζαλισμένη:

-«Αλέξη... εγώ...»

Εκείνος έστρεψε το κεφάλι του απότομα και κάρφωσε τα μάτια του στα δικά της. Ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του, ένα χαμόγελο τόσο γλυκό... σχεδόν αγγελικό...

-«Ξέρω», της ψιθύρισε. «Τώρα ξέρω...»

Το τραχύ του χέρι απλώθηκε κι άγγιξε με τα δάχτυλά του το μάγουλό της. Η Αριάδνη έκλεισε τα βλέφαρα, για να εμποδίσει τα δάκρυά της να τρέξουν, νιώθοντας τα ρίγη απ’ το χάδι του να την πλημμυρίζουν. 

Όταν, όμως, τα ξανάνοιξε, εκείνος δεν ήταν εκεί. Κοίταξε γύρω της ανήσυχη... φώναξε το όνομά του... τίποτε. Αναστατωμένη, άρχισε να τον ψάχνει... περπατούσε ανάμεσα στους τάφους, προσπαθώντας να τον εντοπίσει... Και τότε, τον είδε... Τα μάτια του της χαμογελούσαν μέσα απ’ τη φωτογραφία, που είχε δίπλα του όνομά του: Αλέξανδρος Παπαϊωάννου, ετών 48, 15/2/48 – 3/6/80...

Η ώρα είχε περάσει πια. Ο νεαρός οδηγός πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα και το πάτησε με μανία με το τακούνι του. Μα, τι έκανε επιτέλους αυτή η γυναίκα τόσες ώρες εκεί μέσα; Του είπε ότι θα άναβε ένα κερί στην αδελφή της κι ύστερα θα έφευγαν. 

Κοίταξε για μια στιγμή το ρολόι του κι ύστερα, αφού κλείδωσε το αυτοκίνητο, μπήκε με γοργό βήμα στο νεκροταφείο. Ας την έβρισκε τουλάχιστον σύντομα, γιατί δεν του άρεσε καθόλου η ιδέα να τριγυρνά ανάμεσα σε τάφους!

Την εντόπισε εύκολα, μόνο και μόνο για να δοκιμάσει την πιο δυσάρεστη έκπληξη της ζωής της. Η Αριάδνη ήταν πεσμένη πάνω στον τάφο ενός άνδρα, με τα μάτια καρφωμένα επάνω στη φωτογραφία του που την άγγιζε με τα ακροδάχτυλά της. 

Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο... χαμογελούσε... Ήταν νεκρή!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου