Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

«Αντίο»

Του Γιάννη  Αποστολόπουλου     
Με λένε Πλάτωνα, όνομα ασυνήθιστο για σκύλο και μένα μου πήρε καιρό να το συνηθίσω. Εμείς τα σκυλιά ακούμε καλλίτερα στα δισύλλαβα ονόματα, δεν ξέρω γιατί, μην με ρωτάτε.

Είμαι ένας σκύλος απροσδιόριστης ράτσας, γονείς δεν γνώρισα. Από τότε που έβγαλα το πρώτο γάβγισμα θυμάμαι τον εαυτό μου να περιφέρεται σε ένα μικρό χωρίο της Πελοποννήσου. Ήμουν αυτό που εσείς οι άνθρωποι ονομάζετε αδέσποτο. Παρέα με τα τσιμπούρια μου, περιδιάβαινα τα σοκάκια και τους χωματόδρομους, ψάχνοντας για φαγητό και λίγη σκυλίσια παρέα.

Όταν είχα λίγο μεγαλώσει και ένοιωθα πιο δυνατός, πήρα την μεγάλη απόφαση να αλλάξω χωριό. Βαρέθηκα να ανακατεύω τους ίδιους κάδους σκουπιδιών, ήλπιζα στο επόμενο χωριό τα σκουπίδια να ήταν διαφορετικά. Αλλά το βασικότερο ήταν πως ήθελα να γνωρίσω και νέους σκύλους, (μεταξύ μας αναζητούσα την περιπέτεια και νέες γνωριμίες, ξέρετε εσείς...)

Με τους πιστούς μου φίλους τα τσιμπούρια, πήραμε την εθνική οδό. Θεέ των σκύλων τι τραβήξαμε σε εκείνο το ταξίδι. Όσο τα θυμάμαι ανατριχιάζω. Τρέλες της νεότητας. Τα φορτηγά περνούσαν δίπλα μου με ταχύτητα και συχνά μάλωνα στο δρόμο και με μερικά φιδάκια, ευτυχώς βγήκα νικητής.

Χόρτασα περιπέτεια τον καιρό που ήμουν στον δρόμο. Τσακωμούς με τα άλλα αλάνια, έρωτες. Μα ήρθε η στιγμή που τα πράγματα δυσκόλεψαν, η ρεμπέτικη ζωή δεν ήταν ωραία. Και αυτά τα τσιμπούρια μου είχαν πιει το αίμα. Εκεί που τριγυρνούσα ζοχαδιασμένος γαβγίζοντας δεξιά και αριστερά σε ότι έβρισκα μπροστά μου, πετυχαίνω έναν τύπο λίγο περίεργο, παίρνω το πιο σκληρό μου ύφος και παίρνω φόρα να του ορμήσω. Εκείνος ατάραχος με χάζευε με χαμόγελο. Όταν κόντευα να πλησιάσω μου πέταξε ένα κομμάτι από το ψωμί που κράταγε στα χέρια. Θεέ των σκύλων πόσο πεινούσα… αφήνω τις μαγκιές κατά μέρος και αρπάζω το κομμάτι. Ξάφνου και δεύτερο μπροστά μου.

Να μην τα πολυλογώ τον συμπάθησα και γίναμε φίλοι. Με πήρε και στο σπίτι του. Θυμάμαι το πώς έκανε το παιδί του μόλις με είδε, τέτοια χαρά δεν την είχα ξανασυναντήσει στην σκυλίσια μου ζωή. Με έβαλαν κατευθείαν για μπάνιο και κάτι μου έβαλαν και δεν ξυνόμουν πια. Ένοιωθα πιο ανάλαφρος, οι φίλοι μου τα τσιμπούρια πρέπει να έφυγαν…

Την επόμενη μέρα το πρωί θυμάμαι μια κυρία με άσπρη ρόμπα και μια σύριγγα. Εκείνη την στιγμή πόνεσα αλλά είπα μην μιλάς τουλάχιστον σε περιμένει ένα πιάτο φαγητό.

Ο καιρός μαζί τους πέρασε ευχάριστα. Μεγάλωσαν αυτοί, μεγάλωσα και εγώ. Τους αγάπησα και από ότι καταλαβαίνω και βλέπω τώρα και αυτοί με αγάπησαν. Δεθήκαμε, γίναμε μια οικογένεια, στα καλά και τα άσχημα. Εγώ μαζί τους.

Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση. Εγώ γέρασα και αρρώστησα. Βλέπω τους φίλους μου στεναχωρημένους, μάλλον δεν είναι καλά τα πράγματα, με βλέπω σύντομα να κλείνω τα σκυλίσια μου μάτια.

Πριν από λίγο πλησίασα των φίλο μου, ήθελε να του πω ότι είχα μέσα μου και να ζητήσω συγνώμη για τις σκανταλιές μου.

Του είπα με ύφος λυπημένο: «αγαπητέ μου φίλε θυμάσαι τότε που έψαχνες για κείνο το βιβλίο; Εγώ το είχα εξαφανίσει δεν μου άρεσε και το έθαψα στην αυλή. Θυμάσαι που βρήκες τα λάστιχα του αυτοκινήτου σου τρύπια; Εγώ το είχα κάνει, για έναν περίεργο λόγο μας την δίνουν τα λάστιχα. Θυμάσαι τότε που είχα εξαφανιστεί για δύο μέρες και εσύ ανησυχούσες; είχα ακολουθήσει μια σκυλίτσα, κάναμε και εμείς το διήμερο μας. Σε ευχαριστώ που μου έδωσες στοργή και ένα σπιτικό. Μα τώρα ήρθε η ώρα να φύγω πάλι. Σίγουρα θα μου λείψετε ελπίζω και εγώ σε εσάς. Πονάω και δεν μπορώ άλλο. Βλέπω τα θλιμμένα σας μάτια, μην κλαίτε θα ξανασυναντηθούμε στον παράδεισο, έτσι δεν λέει ο Θεός σας; Να ξέρετε θα είμαι καλά. Ελπίζω να με έχετε συγχωρήσει για τις σκανταλιές μου. Αντίο καλέ μου φίλε και μην λυπάσαι απλά να με θυμάσαι!!!».

«Αντίο»

για τον Μάνο και την Μαρίζα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου