Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

«ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ»

Διήγημα της Μαρίας Κουγιουμτζή


Ευχαριστούμε τη Θεσσαλονικιά συγγραφέα Μαρία Κουγιουμτζή, που μας εμπιστεύτηκε και μας έστειλε το αδημοσίευτο διήγημά της με τίτλο «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΗΣ» και υπότιτλο «ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ» που δημοσιεύουμε με μεγάλη μας χαρά και τιμή.

Χ Ο Ρ Ε Υ Ο Ν Τ Α Σ

Αχ η Φώνη, από μικρή ήτανε χαζιάρα, με τα μεγάλα μαύρα μάτια της να μένουνε ακίνητα, δεν σε ακολουθούσαν όταν μετακινιόσουν θαρρείς βαριότανε να βλέπει. Να βλέπει το οτιδήποτε.  Ήτανε όμορφη όμως τυλιγμένη μέσα στα κυματιστά ξανθά μαλλιά της και κείνο το νωχελικό της βάδισμα σα να έρχονταν σε επαφή με κάθε πετρούλα και κάθε χορταράκι μόνο με τους ανθρώπους δεν έπιανε σήμα, καμιά επαφή, κανένα χάδι των ματιών της.
Κι ύστερα στην εφηβεία της άρχισαν να γελούν τα μάτια της, να βλέπουν. Σιγά και σταθερά μέστωσε το κορμί της, φούσκωσε το στήθος της και το νωχελικό της βάδισμα έγινε λικνιστικό, φιδίσιο.
Το πήρε σειρά, καθόταν ώρες και κοιτούσε απ’ το παράθυρο τον δρόμο. Μερικοί λέγανε πως έκαμνε νεύματα στους άντρες.
Βρωμιές του κόσμου έλεγε η μάνα της, μα σαν άρχισε να βγαίνει στο δρόμο και να χορεύει, την κοίταζε σκεπτική καθώς υπέκυπτε στον χορευτικό της οίστρο κι η γειτονιά μαζευόταν γύρω της αλαλιασμένη.
Έφεγγε τότε σαν ξωτικό και σαν νεράιδα του διαβόλου. Τα ήσυχα κάποτε μάτια της, τα βαριά, τώρα στριφογυρίζανε και πλέανε μέσα στο φως τους ανταριασμένα. Κι απ’ την άλλη τρέμιζε και λύγιζε σαν τόξο, σαν χορδή, ολόκληρη δονούνταν, μια να πετάξει μια να πέσει χάμω.
Η μάνα της την ακολουθούσε χωρίς μιλιά, χωρίς νουθεσία, απλώς περίμενε να τελειώσει τον χορό κι ύστερα πιάνοντάς την απ’ το χέρι την πήγαινε στο σπίτι και κείνη την ακολουθούσε πειθήνια, μαλακά, σα να μην ήτανε η ίδια με πριν, και βέβαια δεν ήταν.
Οι φίλες της μητέρας της την συμβουλεύανε να την πάει σε γιατρό, αλλά εκείνη τους έκοβε τον βήχα. Να κοιτάτε τη δουλειά σας εσείς. Από πότε γενήκετε μάνες της;
Κι ύστερα ξαφνικά ησύχασε. Δεν χόρευε πια. Της έμεινε μόνο εκείνο το αθέλητο κούνημα των γοφών της που έκανε μερικά αγόρια να την ακολουθούν και που εκείνη μάλλον δεν αντιλαμβανόταν.
Είδατε το πουλί μου, συνήλθε έλεγε η μάνα της, όχι που θα το πήγαινα στους τρελογιατρούς να μου το αποτρελάνουνε.
 Τώρα έμοιαζε με φλογέρα αλάλητη, άφωνος περνούσε ο αγέρας από μέσα της. Σκοτίδιαζε το πρόσωπό της, πίκρανε η ανάσα της.
Και μια μέρα εμφανίστηκε ένα αγόρι που έτυχε να το λένε Φώνη, από το Ξενοφών.
Θαρρείς το όνομά του την αφύπνισε κι έστρεψε τα μεγάλα μαύρα μάτια της κατά πάνω του. Ή μάλλον δεν έγινε ακριβώς έτσι. Είχε τα αστραφτερά μαλλιά μαζεμένα πίσω στο σβέρκο δεμένα μ’ ένα μαύρο κορδελάκι που ο Φώνης το έλυσε και τραβώντας τα χυμένα μαλλιά γύρισε το πρόσωπό της κατά πάνω του αναγκάζοντάς την να τον κοιτάξει με κείνα τα βαριοκίνητα μάτια της.
Όμως αυτό που τον ξετρέλανε ήταν η ιστορία που του μετέφεραν πως κάποτε χόρευε στο δρόμο. Λέγανε πως έφευγε απ’ τη γης, πως ανυψωνόταν. Αιωρούνταν ως τα κλαδιά των δέντρων λέγανε, κλαδί κι αυτή γεμάτο φύλλα που σειόταν.
Ήθελε να την κάνει να χορέψει πάλι και το κατάφερνε μόνο σαν ήταν οι δυο τους μες στο σπίτι κι αφού την πότιζε κρασί και την μεθούσε. Τότε τα μάτια της ξυπνούσαν, το βλέμμα της ανάδευε φωτιές και το κορμί της λικνιζότανε σαν χέλι.
Ήτανε σίγουρο πως την ερωτεύτηκε και ο γάμος τους δεν άργησε καθόλου.
Λέγανε οι πρόθυμες γλώσσες πως κάμνανε έρωτα χορεύοντας. Πως χωρίς χορό εκείνος δεν την άγγιζε. Λόγια…μπούφες…έλεγε η μάνα της, πώς μπορούσαν να ξέρουν;
Ζούσαν αγαπημένοι, χωρίς μαλώματα και φωνές τουλάχιστον δυο χρόνια κι ύστερα ο Φώνης άρχισε να ξενοκοιμάται και κείνη να πίνει και να χορεύει. Μα εκείνος δεν είχε πια όρεξη να την βλέπει. Είχε χοντρύνει κάμποσο, ίσως γι αυτό. Κι άρχισε να βγαίνει στους δρόμους μισόγδυτη και να χορεύει μεθυσμένη, μέσα από τα γιουχαΐσματα της μαρίδας, δεν πετούσε πια, δεν ανυψωνόταν, ώσπου κάποιος φώναζε τον άντρα της από το μηχανουργείο που δούλευε, να την μαζέψει. Αυτό δεν γινόταν ούτε ήσυχα, ούτε ομαλά. Η Φώνη αντιστεκόταν, τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε κι εκείνος την τραβολογούσε απ’ το μπράτσο, ώσπου άρχισε να την χτυπάει. Τα χτυπήματα γινόταν ολοένα και πιο συχνά, χωρίς καν να χορεύει στους δρόμους. Εκείνος διαλαλούσε πως είχε γίνει μια μπεκρού και δεν την άντεχε πια. Ότι τον άφηνε άπλυτο και αμαγείρευτο. Ότι δεν του ‘κανε παιδιά, άκληρος έμενε πάνω στον κόσμο.
Ώσπου μια μέρα που η Φώνη ροχάλιζε τύφλα στο μεθύσι, πήρε όλα του τα ρούχα και εξαφανίστηκε. Ακόμα κι εκείνο το βίντεο που την είχε μαγνητοσκοπήσει να χορεύει και που το έβλεπαν μαζί αγκαλιασμένοι, τον πρώτο καιρό των ερώτων τους.
Η μάνα της είπε πως το πήρε για να την θυμάται, κι ο κόσμος, ότι το πήρε για το δικαστήριο σε περίπτωση που εκείνη αρνιόταν το διαζύγιο που πράγματι το αίτημα δεν άργησε να έρθει. Ο Φώνης ήδη συζούσε με μια ξανθομάλλα απ’ τα κόκαλα βγαλμένη που τώρα κοντά άρχισε να τουρλώνει η κοιλιά της.
Δεν είπε λέξη όταν είδε το χαρτί και το υπέγραψε χωρίς καν να το διαβάσει. Άραξε στο σπίτι και μεθούσε ανενόχλητη. Κάπου κάπου έβγαινε στο δρόμο και χόρευε, ώσπου άρχισε να βγάζει και τα ρούχα της και να χορεύει γυμνή. Δεν χόρευε πια, σερνόταν. Δεν άργησαν να την βάλουν σ’ ένα ίδρυμα για μισότρελους και καθυστερημένους.
Η μάνα της έβριζε τους γιατρούς. Τι σας μέλει εσάς σαν πίνει και χορεύει; Δεν πειράζει κανένανε. Ας τσιτσιδώνεται, τόσο ντροπιάρηδες είστε; Σάματις γυμνοί δεν ερχόμαστε στον κόσμο. Αφήστε την λοιπόν ελεύθερη, τι σας κόφτει;
Λένε πως όταν την επισκέπτονταν την βοηθούσε η ίδια να βγάλει τα ρούχα της και να χορεύει μπροστά της.

Μα φαίνεται πως αυτό δεν της έφτανε.
Μια μέρα σκαρφάλωσε το μικρό τοιχίο και πήδηξε έξω στην ελευθερία. Τρέχοντας γυμνώνονταν σκορπίζοντας τα ρούχα της στο δρόμο. Έτρεχε με μανία για να μην την προλάβουν αν την έπαιρναν χαμπάρι, πράγμα που άργησε να γίνει, και πάνω στο τρεχιό της ένα αυτοκίνητο την παρέσυρε και την πέταξε σ’ ένα χαντάκι. Χόρεψε δυο τρεις φορές στον αέρα το κορμί της, στριφογύρισε βαρύ πριν πέσει χάμω.
Την βρήκανε πολύ αργά γι αυτήν. Είχε πεθάνει από αιμορραγία. Είχε άσχημο τραύμα στο ένα της πόδι και στο στήθος, αλλά όχι θανάσιμο. Θα μπορούσε να συρθεί ως το δρόμο και να σωθεί. Όμως δεν το έκανε. Έμεινε εκεί, μέσα στα χόρτα αφήνοντας το αίμα της να φεύγει σιγά σιγά. Όταν την βρήκαν είδαν ένα πουλάκι, ένα μικρό μαύρο πουλί, είχε καθίσει πάνω στο στήθος της και έπινε σιγά σιγά το αίμα από τα χείλη της κι ύστερα πέταξε χορευτικά μέσα στα δέντρα.

Μαρία Κουγιουμτζή

Η Μαρία Κουγιουμτζή γεννήθηκε το 1945 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Είναι αδελφή του συνθέτη Σταύρου Κουγιουμτζή. 

Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Η λέξη», «Εντευκτήριο», «Πάροδος», «Πανδώρα», «Παρέμβαση» και «Ένεκεν». 

Ποίησή της έχει δημοσιευτεί στα περιοδικά «Εντευκτήριο» και «Πάροδος».

Το βιβλίο της, «Άγριο βελούδο», τιμήθηκε με τα βραβεία διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» (2009) και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2010).

Πεζογραφία:
«Άγριο βελούδο», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2008
«Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2011
«Κι αν δεν ξημερώσει;», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου