Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης

Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη: «Ούτε θα γίνουμε ποτέ;»
Ο πολιτιστικός ιστότοπος Πολιτιστική Ατζέντα, διοργανώνει μια σειρά δημοσιεύσεων σε ζητήματα που αφορούν τη Λογοτεχνία και πρώτο μας θέμα είναι: «Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης».
Ευχαριστούμε τη συγγραφέα Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μας και μας έστειλε το αδημοσίευτο διήγημά της με τίτλο «Ούτε θα γίνουμε ποτέ;» που δημοσιεύουμε:

«Ούτε θα γίνουμε ποτέ;»

Είναι μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο. Τρέμει απ’ το κρύο κι απ’ τον φόβο. Τα δόντια χορεύουν στο στόμα της έναν παράξενο ρυθμό. Με το ένα της χέρι κρατάει σφιχτά τη μπλούζα της μεγάλης αδερφής της.«Να με κρατάς να μη χαθούμε…» της ψιθυρίζει εκείνη συνέχεια στ’ αυτί απ’ την ώρα που μπήκαν στη βάρκα. Η μάνα τους είναι απέναντι με το μωρό αγκαλιά. Δεν τα κατάφεραν να κάτσουν δίπλα της. Το μωρό τους κλαίει συνέχεια. Είναι στριμωγμένοι δεκάδες άνθρωποι στη βάρκα. Ο ένας πάνω στον άλλον. Κάποιος την πάτησε δυο τρεις φορές, αλλά αυτή δε νιώθει πια τα πόδια της απ’ το κρύο. Κι απ’ τον φόβο. Τρέμει… Όλοι τρέμουν κι όλοι κλαίνε. Οι γυναίκες πιο πολύ. Τη μάνα τους δεν μπορούν να τη δούνε, μονάχα ένα μέρος απ’ το φουστάνι της φαίνεται κάποιες φορές κι η Μαριάμ έχει κολλήσει τα μάτια της εκεί για να μην τη χάσουν. Ξαφνικά κάποιοι φωνάζουν «το μωρό… το μωρό…. σταματήστε τη βάρκα…», αλλά η βάρκα συνεχίζει ν’ ανεβοκατεβαίνει, να σχίζει τα κύματα και να πλημμυρίζει νερά. Κάποιες γυναίκες αλλαφιασμένες έχουν σηκωθεί όρθιες και ουρλιάζουν για ν’ ακουστούν, «το μωρό… το μωρό…» Το κλάμα του μωρού έπαψε ν’ ακούγεται πια. Η καρδιά της χτυπάει παράφορα. Ένας λυγμός ανεβαίνει στο λαρύγγι της κι αρχίζει να κλαίει ξανά. «Το μωρό μου… το μωρό μου…» ακούει αχνά τη φωνή της μάνας της να σχίζει το σκοτάδι. Ψάχνει απεγνωσμένα με τα μάτια της να βρει την άκρη απ’ το φουστάνι της. Δε φαίνεται πουθενά. Γυρνάει το κορμί της κι αναζητάει απελπισμένα τα μάτια της Ραχέλ για να καταλαγιάσει την αγωνία της και να πνίξει τους φόβους της. Εκείνη τη σφίγγει με δύναμη στην αγκαλιά της και συνεχίζει να κλαίει βουβά. «Να με κρατάς να μη χαθούμε…» της λέει γι’ άλλη μια φορά δυνατά για να την ακούσει.

Το χέρι της Ραχέλ την σπρώχνει μαλακά για να ξυπνήσει. Ανοίγει τα μάτια της αργά. Το πρόσωπό της είναι πάλι μουσκεμένο απ’ τα δάκρυα. Κάθονται οι δυο τους σε μια άκρη, στα σκαλοπάτια ενός παλιού ξενοδοχείου. Ακριβώς δίπλα στον αυλόγυρο μιας μεγάλης εκκλησίας έχουν μαζευτεί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που βρίσκονταν στη δική τους βάρκα. Η Μαριάμ έχει κουρνιάσει στον κόρφο της αδερφής της κι έχει ζαρώσει απ’ τον φόβο του εφιάλτη που έρχεται όταν κλείνει τα μάτια της. Εκεί τους είπαν θα περιμένουν τον πατέρα τους που θα φθάσει με τις επόμενες βάρκες.
Έτσι τους φώναζε κι αυτός όταν η δική τους βάρκα ξεκίνησε μες στο σκοτάδι, δίχως εκείνον μέσα. Τους είπε πως θα τους πάνε σ’ ένα μέρος που δε θα κινδυνεύουν, πως όλα θα φτιάξουν και θα είναι πάλι όλοι μαζί. Τους είπε πως οι Έλληνες θα τους βοηθήσουν, πως βοηθάνε όλους τους πρόσφυγες. Η Μαριάμ μόλις κατάφεραν και στριμώχτηκαν στη βάρκα, γύρισε και ρώτησε την αδερφή της «εμείς είμαστε οι πρόσφυγες;» Ύστερα από λίγη ώρα ένιωσε να βυθίζεται στο απόλυτο σκοτάδι. Λιποθύμησε, κρατώντας σφιχτά στη χούφτα της την μπλούζα της αδερφής της, για να μην τη χάσει. Άνοιξε τα μάτια της ξανά όταν πια βρίσκονταν σ’ ένα απ’ τα δωμάτια αυτού του ξενοδοχείου.

Μια ηλικιωμένη κυρία πλησιάζει τώρα προς το μέρος τους. Κρατάει απ’ το χέρι ένα μικρό αγόρι που τους κοιτάει παράξενα. Στο βλέμμα της κυρίας ζωγραφίζεται η συμπόνια που αισθάνεται για τα δυο κορίτσια. Κρατάει μια σακούλα από το άλλο χέρι. Στέκονται μπροστά τους κι η κυρία απλώνει το χέρι στην αδερφή της και της δίνει τη σακούλα. Ο μικρός δεν ξεκολλάει τα μάτια του από πάνω της. Η Μαριάμ ντρέπεται επειδή είναι βουρκωμένη και κατεβάζει αμέσως τα δικά της στα βρώμικα πόδια της. Η Ραχέλ παίρνει τη σακούλα από την κυρία και της ψιθυρίζει ξεψυχισμένα ένα «ευχαριστώ». Εκείνη της χαμογελάει λυπημένα κι ύστερα γυρίζει να φύγει τραβώντας τον μικρό απ’ το χέρι. «Τυρόπιτες και ψωμί…» της λέει η αδερφή της ξετυλίγοντας το περιεχόμενο. Ο μικρός συνεχίζει να κοιτάει προς τα πίσω και να την καρφώνει με το βλέμμα του.

-- Γιαγιά, εμείς δεν είμαστε πρόσφυγες ε; ρωτάει δυνατά την κυρία που τον συνοδεύει.

-- Όχι αγόρι μου, δεν είμαστε… του απαντάει εκείνη σιγανά.

Έχουν σταθεί δυο μέτρα πιο κάτω και περιμένουν το φανάρι ν’ ανάψει για να ξεκινήσουν ξανά.

-- Ούτε θα γίνουμε ποτέ; Την ξαναρωτάει με την ψιλή φωνούλα του.

Η γιαγιά γυρίζει και τον κοιτάζει τρυφερά χωρίς να του απαντήσει.

-- Ούτε θα γίνουμε ποτέ; επιμένει ο μικρός υψώνοντας τον τόνο της φωνής του με αγωνία για μια απάντηση.

-- Να μη δώσει ο Θεός παιδί μου… ψιθυρίζει η γυναίκα και τον τραβάει γρήγορα απ’ το χέρι για να περάσουν απέναντι.
Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη

Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη


Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο, ένα χωριό της Λιβαδειάς, κοντά στη φύση, με τις μυρωδιές και τα χρώματά της. Έχει μια υπέροχη οικογένεια με τρία παιδιά.

Οι γονείς της την έμαθαν από μικρή να μυρίζει και να ανταμώνει την ευτυχία στα πιο απλά και καθημερινά πράγματα της ζωής…
«Όπως, να ταξιδεύω την ψυχή μου μέσα από ένα καλό βιβλίο ή να κεντάω με τη φαντασία μου ιστορίες άλλων ανθρώπων, που θα μπορούσαν κάποιες απ’ αυτές –γιατί όχι– να ’ναι κι αληθινές».

Τα πρώτα της βήματα στα μονοπάτια της λογοτεχνίας τα έκανε με το μυθιστόρημα «Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα» από τις πρότυπες εκδόσεις Πηγή.
Το νέο της συγγραφικό έργο «Κάποτε στον... Παράδεισο», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Όστρια.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου