Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης

Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη - «Περισσεύω εγώ...»
Αποτέλεσμα εικόνας για fired
Ο πολιτιστικός ιστότοπος «Πολιτιστική Ατζέντα», διοργανώνει σειρά δημοσιεύσεων σε ζητήματα που αφορούν τη Λογοτεχνία και πρώτο μας θέμα είναι: «Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης».
Ευχαριστούμε τη συγγραφέα Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μας και μας έστειλε το αδημοσίευτο διήγημά της με τίτλο «Περισσεύω εγώ...» που δημοσιεύουμε:

«Περισσεύω εγώ...»

--Με απέλυσαν! Μ’ ακούς; Όπως στο λέω ρε μάνα... έτσι ακριβώς. «Περισσεύετε κύριοι… τι να κάνουμε τώρα; Μαζευτήκαμε πολλοί, πώς αλλιώς να σας το πούμε;» Μιλούσε μάλιστα στον πληθυντικό... Ήτανε βλέπεις κι άλλοι μπροστά κι ήθελε να κρατήσει τους τύπους ο ξεφτίλας! Σε μένα όμως απευθυνόταν περισσότερο, είμαι σίγουρος, για να μην τολμήσω και του ζητήσω τον λόγο μετά. Κατάλαβες ο Βασιλάκης; Μου την έφερε πισώπλατα, δεν είχε ούτε το θάρρος να μου μιλήσει σαν άντρας. Αυτός, που μέχρι χθες με διαβεβαίωνε για να καταλαγιάσει τους φόβους μου, πως θα είμαι από τους τελευταίους που θα φύγουν… «Μονάχα αν κλείσει η εταιρία θα φύγεις εσύ από δω. Τέτοιο σενάριο βεβαίως δεν προβλέπεται. Εσύ είσαι το δεξί μου χέρι...» μ’ αυτά κι άλλα κουλά με παραμύθιαζε ο χαμένος κι εγώ έτρεχα σαν μαλάκας να του κάνω τις δουλειές. Τ’ ακούς; Τ’ ακούω να λες. 

Περισσεύω εγώ! Που όταν γύριζα στο γραφείο μετά από τόσο τρέξιμο για να του μαζέψω χρήματα του ξεφτίλα, τον έβρισκα μπροστά στον υπολογιστή να κάνει like στο facebook στα γκομενάκια! Χωρίς να αισχύνεται, χωρίς μια στάλα ντροπή! Έτσι φάτσα φόρα μου έδειχνε τις αναρτήσεις του κι ήθελε και τη γνώμη μου ο ηλίθιος, ούτε εκεί δεν είχε τη σιγουριά αν τα κάνει σωστά. «Περισσεύετε κύριε…» και να με κοιτάει ίσια στα μάτια, να με καρφώνει με το βλέμμα του, χωρίς μια στάλα ντροπή για το θράσος του ο ξεφτίλας! 

Περισσεύω εγώ! Που κάθε πρωί έφτανα πρώτος στο γραφείο με την ψυχή στο στόμα για να του τα ‘χω όλα έτοιμα. Καφέ, κρουασάν, χυμό και τακτοποιημένο το γραφείο του στην εντέλεια. Περισσεύω εγώ… που έτρεχα σαν τον Βέγγο κάθε μέρα σε όλους τους πελάτες του, να τους ενημερώνω, να τους καλοπιάνω, να τους φοβερίζω στην ανάγκη, για να μπορεί αυτός να χαριεντίζεται ανέμελος με τη μια και με την άλλη σουσουράδα στο facebook. Διευθυντής σου λέει μετά… Πήραμε ένα πτυχίο και κάτι τρέχει στα γύφτικα! Δεν ξεκολλάμε τον κώλο μας απ’ την καρέκλα. Τι να πεις… Είχε μέσον ο μπαγάσας, με το που αποφοίτησε τον βάλανε στην εταιρία να λύνει και να δένει με το πτυχίο του για μόστρα. 

Περισσεύω εγώ! Που μόλις πήγαινε έντεκα η ώρα, κοιτούσα ανήσυχος το ρολόι για να προλάβω να τρέξω, να του πάω την τυροπιτούλα του. Κι ύστερα να ξαναβγώ στις τράπεζες να του κάνω τις δουλειές του. Ούτε το χαρτομάνι που του αράδιαζα καθημερινά στο γραφείο του για να του δείξω πως είναι όλα στην εντέλεια και να τον ενημερώσω να μην είναι άσχετος, δεν έμπαινε στον κόπο να ελέγξει ο τεμπελχανάς! Τ’ ακούς μάνα; Τ’ ακούω να λες. Δώσε μου τώρα δέκα μούντζες… αυτές μου αξίζουν για τα τόσα χρόνια δουλειάς στην κωλοεταιρία του. Τριάντα άτομα πήρανε πόδι σήμερα, μέσα σ’ αυτούς κι εγώ… Από τους πρώτους κιόλας που φωνάξανε. Από τους πρώτους… τ’ ακούς; Τι να πω ρε μάνα τώρα στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου, που περιμένουν όλοι απ’ τον δικό μου μισθό να κλείσουν καμιά τρύπα; Με τι μούτρα να γυρίσω σπίτι;

Περισσεύω εγώ! Που δούλευα υπερωρίες χωρίς να πληρώνομαι για να τα έχει αυτός όλα έτοιμα την επομένη. Που κάθε μέρα γύριζε αυτός σπιτάκι του μόλις έκλεινε οχτάωρο στην καρέκλα του και τρόμαζε, συν τοις άλλοις, να σηκωθεί από το πιάσιμο κι εγώ που είχα πίσω ολόκληρη οικογένεια, τους παραμελούσα για να του κάνω αυτουνού τα χατίρια, να μην του δώσω δικαίωμα του μαλάκα να μου προσάψει το παραμικρό λάθος. Και δεν γύριζα σπίτι αν δεν χτύπαγα δωδεκάωρο! Τ’ ακούς; Δώσε μου άλλες δέκα μούντζες τότε, μπας και συνέρθω. Γιατί δε με βλέπω καλά, καθόλου καλά. Σαν να ζαλίζομαι… Απ’ τα νεύρα κι απ’ το άγχος έχω σίγουρα ανεβάσει πίεση είκοσι! Μ’ ακούς ρε μάνα ή αποκοιμήθηκες και τα λέω στον βρόντο;

Τον άκουγε, πώς δεν τον άκουγε… Τον άκουγε σιωπηλή και του χάιδευε τρυφερά το χέρι μες στα δικά της. Όπως όταν ήταν παιδί κι έτρεχε κοντά της για να κατευνάσει τις αγωνίες του και να πνίξει τα παράπονά του. Τον άκουγε βέβαια και τον συμμεριζόταν και τον συμπονούσε και ράγιζε η καρδιά της που τον έβλεπε να υποφέρει. Γιατί είναι μάνα κι είναι γιος της. Πόσο καιρό είχε να την επισκεφτεί; Αναρωτήθηκε χαμένη στις δικές της σκέψεις και στα δικά της παράπονα. Τουλάχιστον ένα μήνα… υπολόγισε πρόχειρα με το μυαλό της. Κι ήρθε σήμερα για να ξεσπάσει, να μοιραστεί μαζί της την αδικία που έκαναν σε βάρος του, ν’ αδειάσει και να ξαλαφρώσει.

Τον άκουγε… Και συμφωνούσε μαζί του. Έτσι ακριβώς ένιωθε κι αυτή κλεισμένη τόσα χρόνια εκεί μέσα. Κι ήθελε πολύ να του πει, αν ζητούσε τη γνώμη της πως «έτσι δυστυχώς είναι η ζωή, τα φέρνει η ώρα που όλοι μας κάποια στιγμή περισσεύουμε κι ας έχουμε προσφέρει τα πάντα...» Μ’ αυτές τις δυο λέξεις που αναμασούσε ο γιος της τόση ώρα, μ’ αυτές κοιμόταν και ξυπνούσε κι αυτή τον πρώτο χρόνο, μέχρι να το χωνέψει και να το πάρει απόφαση πως τίποτα δε θα άλλαζε. «Περισσεύω εγώ… που δεν έχω κάνει τίποτα για σένα μια ολόκληρη ζωή!» έλεγε ξανά και ξανά από μέσα της, τότε που της ανακοίνωσαν πως θα την πήγαιναν στο ίδρυμα και πάλευαν να την πείσουν πως θα ‘ναι καλύτερα εκεί. Θα έχει τις παρέες της, δε θα νιώθει μοναξιά και θα μπορέσουν κι εκείνοι νοικιάζοντας το διαμερισματάκι της να έχουν ένα έσοδο παραπάνω για να μπορέσουν να 'ρθουν γύρω με τα έξοδα. 

«Περισσεύω εγώ...» σκεφτόταν με το βλέμμα κολλημένο στο παράθυρο ώρες ολόκληρες και τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη θλίψη που έσταζε μέσα της. Σ’ αυτόν βέβαια ούτε κουβέντα. Ούτε ένα παράπονο να του συλλαβίσει. Ποτέ. Γιατί αυτή είναι μάνα κι αυτός είναι ο γιος της. Είναι το σπλάχνο της, η ψυχή της ψυχής της, το νόημα της ζωής της, η ανάσας της… 

--Μ’ ακούς ρε μάνα ή κοιμάσαι; Τη ρωτάει ξανά για να βεβαιωθεί πως δεν μιλάει στον αέρα.

Τον άκουγε, πώς δεν τον άκουγε… Με κλειστά μάτια τον άκουγε και προσπαθούσε να καταπνίξει να δικά της παράπονα που ανάβλυσαν ξανά από μέσα της σαν ορμητικό ποτάμι έτοιμο να την παρασύρει. Τον άκουγε και συνέχιζε να του χαϊδεύει τρυφερά το χέρι για να τον ηρεμήσει. 

--Σ’ ακούω παιδί μου… ψέλλισε βραχνά για να τον καθησυχάσει και να τον βεβαιώσει πως αυτός τουλάχιστον είχε έναν άνθρωπο να τον ακούει.

Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη
Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο, ένα χωριό της Λιβαδειάς, κοντά στη φύση, με τις μυρωδιές και τα χρώματά της. Έχει μια υπέροχη οικογένεια με τρία παιδιά.

Οι γονείς της την έμαθαν από μικρή να μυρίζει και να ανταμώνει την ευτυχία στα πιο απλά και καθημερινά πράγματα της ζωής…

«Όπως, να ταξιδεύω την ψυχή μου μέσα από ένα καλό βιβλίο ή να κεντάω με τη φαντασία μου ιστορίες άλλων ανθρώπων, που θα μπορούσαν κάποιες απ’ αυτές –γιατί όχι– να ’ναι κι αληθινές».

Τα πρώτα της βήματα στα μονοπάτια της λογοτεχνίας τα έκανε με το μυθιστόρημα «Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα» από τις πρότυπες εκδόσεις Πηγή.

Το νέο της συγγραφικό έργο «Κάποτε στον... Παράδεισο», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Όστρια.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου