Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

«Αντιρρησίας συνείδησης - Hacksaw Ridge»

Κριτική στη νέα ταινία του Μελ Γκίμπσον από τον Κωστή Αποστολόπουλο
Αποτέλεσμα εικόνας για Hacksaw Ridge
Δέκα χρόνια μετά το «Apocalypto» επανέρχεται με τον «Αντιρρησία συνείδησης». Μια ταινία με διδασκαλική υφή, διαποτισμένη από θρησκευτικό μυστικισμό, που έχει όλα τα συστατικά που χρειάζονται για τη δημιουργία μιας μέτριας ταινίας, αλλά τελικά κερδίζει και τον πιο άπιστο των θεατών και μας κρατά καθηλωμένους μέχρι τέλους. Το μυστικό; Ο συντελεστής Μελ Γκίμπσον...

Πρόκειται για μια διδακτική ταινία, χωρίς μεγάλες σκηνοθετικές αρετές. Μια ταινία που αφήνεται στην εξιστόριση μιας δυνατής όσο και αληθινής ιστορίας, γεμάτη με σπαραξικάρδιες επικές μουσικές, μια ταινία για όλες τις ηλικίες και θεατές, με ένα ισχυρό υπερχριστιανικό αίσθημα του πεπρωμένου. Με μια πρώτη ματιά το τελευταίο δημιούργημα του Μελ Γκίμπσον έχει όλα εκείνα τα συστατικά που χρειάζεται να περιλαμβάνονται σε απλά μια μέτρια ταινία, και εν μέρει είναι.

Υπάρχει όμως ένα αλλά. Δεν είναι άλλο, από έναν παράγοντα που θα πρέπει να συνυπολογίζεται... Πρόκειται για αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «παράγοντα Μελ». Τι είναι αυτό; Απλά: Όσο και να είναι προετοιμασμένος ο θεατής να παρακολουθήσει τη μυθοπλασία του, όσο καλά κι αν γνωρίζει τα ρητορικά όπλα του όσο παρακολουθεί καθισμένος στην πολυθρόνα του και όσο κι αν μπορεί να αντισταθεί στην υπερχριστιανική ρητορεία της ταινίας, δεν μπορεί παρά να αισθανθεί πως παρασύρεται στην πάντα ίδια επική δίνη που αυτός μας προκαλεί στις ταινίες του.

Από τη στιγμή που ο αμερικανός ηθοποιός (γεννήθηκε στην πολιτεία της Νέας Υόρκης μεταναστεύοντας σε ηλικία δώδεκα ετών με την οικογένειά του στην Αυστραλία) ακολούθησε τη συμβουλή του φίλου του Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ και έγινε σκηνοθέτης -Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο (1993), Braveheart (1996), Τα πάθη του Χριστού (2004), Apocalypto (2006) και τέλος, ο Αντιρρησίας συνείδησης (2016)- η συνταγή του είναι πάντα η ίδια ή σχεδόν...

Ίδιοι πρωταγωνιστές, ίδια πάθη και σχεδόν πάντα τα ίδια συστατικά: ο αταβιστικός ατομικισμός του «μόνος εναντίον όλων» που πρέπει να κατατρέχεται και από το προπατορικό αμάρτημα, κυκλωμένος από τους χειρότερους εχθρούς που υπάρχουν -και μάλιστα με συντριπτική υπεροχή σε αριθμό και εξουσία και φαινομενικά ανίκητοι-, ακατέργαστος ιδεαλισμός, προβλήματα που επιλύονται με το τσεκούρι, επικές στιγμές κάτω από τη βροχή, με έντονες σχέσεις και με σαφή μεσολάβηση του Θείου στις πράξεις και τη ζωή του πρωταγωνιστή, ένα ισχυρό ειδύλλιο και τελευταία, μια ειρηνική χριστιανική ψυχή...

Μια τόσο χριστιανική ψυχή, που μεταφράζεται σε μια φιγούρα με την ικανότητα να υποστεί τις χειρότερες πράξεις και βασανιστήρια, το «γυρίζω και το άλλο μάγουλο» που χαρακτηρίζει τους περισσότερους από τους πρωταγωνιστές του (μοναδική εξαίρεση ο Γουίλιαμ Γουάλας του Braveheart), γιατί όταν στους χαρακτήρες του Μελ Γκίμπσον αγγίξεις τον έρωτα της ζωής τους ή τα πιστεύω τους, εκείνοι εξαγριώνονται και ορμάνε να σου κατασπαράξουν την καρδιά!

Στο «Hawksaw Ridge» ο κεντρικός πυρήνας της υποθεσης είναι αυτός ο χριστιανικός ειρηνισμός, ένας πασιφισμός πρωτοφανής και απολύτως άθικτος, απαράβατος, επειδή έτσι ήταν πραγματικά ο πρωταγωνιστής αυτής της αληθινής ιστορίας.

Το όνομά του ήταν Desmond Τ Doss και ήταν ένα αγόρι της αμερικανικής επαρχίας. Υπερ-θρήσκος.Αντβεντιστής της έβδομης ημέρας. Ένας ειρηνιστής που κατατάχθηκε ως εθελοντής για να πάει στο μέτωπο κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και που σαν νοσοκόμος ήθελε να προσπαθήσει να σώσει όσες περισσότερες ζωές ήταν δυνατόν. Ο ήρωας της ταινίας έχει ένα απλό και απαράβατο όρο ζωής: τα όπλα δεν θέλει ούτε καν να τα αγγίξει.


Ο στρατιώτης Desmond είναι ακριβώς το τυπικό άτομο που πρεσβεύει ο πρωταγωνιστής του Γκίμπσον, αυτός που παλεύει στη μάχη του «ένας εναντίον όλων», την ίδια μάχη που πριν από εκείνον πολέμησαν ο Justin McLeod στον «Άνθρωπο δίχως πρόσωπο», ο Γουίλιαμ Γουάλας στο «Braveheart», ο Χριστός στα «Πάθη» και ο Πάνθηρας στο «Apocalypto».

Μάλλον όχι, ο Desmond μάχεται εναντίον όχι ενός, αλλά δύο μεγάλων και φαινομενικά ανίκητων πολέμων: Ο πρώτος όταν μόνος ενάντια στους συντρόφους του παλεύει να σώσει την ακεραιότητα του και να πάει στην πρώτη γραμμή του μετώπου, χωρίς ποτέ να αγγίξει ένα όπλο και ο δεύτερος, ενάντια στους Ιάπωνες εχθρούς στο Hacksaw Ridge στην Οκινάουα, μίας από τις πιο αιματηρές μάχες του Β’ παγκοσμίου πολέμου, όπου δίνει τις πρώτες βοήθειες στους ετοιμοθάνατους τραυματίες συμπολεμιστές του -και όχι μόνο- και τους μεταφέρει από τις γραμμές του εχθρού καταφέρνοντας να σώσει τις ζωές σε τουλάχιστον 75 από αυτούς, που είχαν αφεθεί τραυματισμένοι στο πεδίο της μάχης μετά την άτακτη υποχώρηση του τάγματός τους.

Αυτός είναι ο παράγοντας Μελ. Είναι η επική δύναμη που σε κάνει να ξεχνάς την πανταχού παρούσα αίσθηση του προορισμού και της θείας αποστολής, που διαφορετικά θα ήταν μια γελοία υπόθεση, μια επική δύναμη που δεν σε αφήνει να εστιάσεις στα σημάδια από το τσεκούρι που πετάει ο Γκίμπσον όταν αφηγείται τις ιστορίες του παρά μόνο στο στόχο του.

Πρόκειται για εκείνο το «καταραμένο» συστατικό που καταφέρνει, πάντα, να σου αρπάξει ένα δάκρυ και να σου δέσει ένα κόμπο στο στομάχι. Αυτή τη γροθιά που δεν μπορείς ποτέ να αποκρούσεις ακόμα και αν γνωρίζεις εκ των προτέρων το πού ακριβώς, το πόσο και ακόμα και το πότε θα σε χτυπήσει...

Στο ποδόσφαιρο λέγεται πως τα καλά χτυπημένα πέναλτι είναι άπιαστα. Είναι αλήθεια. Αν αυτός που ρίχνει ξέρει τι κάνει, μπορεί και να σου υποδείξει χαμογελώντας τη γωνία όπου θα σουτάρει και εσύ παρά ταύτα θα μαζεύεις τη μπάλα από τα δίχτυα.

Ο Μελ Γκίμπσον είναι ένας φοβερός εκτελεστής πέναλτι. Χτυπά πάντα στην ίδια γωνία και αδιαφορεί για το αν τη γνωρίζεις ήδη. Ακόμη και αν ξεκινήσεις να πέφτεις πριν την εκτέλεση και πριν το σφύριγμα του διαιτητή, ακόμα και αν σου επιτρέψει να κάνεις ένα βήμα προς τη γωνία πριν το σουτ, ακόμα και να μικρύνεις το τέρμα, εσύ αυτό το πέναλτι δεν το πιάνεις. Πάντα θα βρίσκεσαι μπλεγμένος στα δίχτυα μαζί με την μπάλα. Τα δίχτυα που σου έχει ρίξει ο Γκίμπσον από την αρχή της ταινίας για να σε ψαρέψει όταν το θέλει εκείνος.

Αυτός είναι ο παράγοντας Μελ και πρέπει να του το αναγνωρίσουμε.

Δεν έχει τη φινέτσα, το ύφος ή την κομψότητα που είχαν όσοι φορούσαν κάποτε τη φανέλα με τον αριθμό 10. Εκείνος, όταν υπήρχαν φανέλες και όταν τα νούμερα έδειχναν τη θέση του ποδοσφαιριστή, θα διάλεγε ένα απλό νούμερο 8. Θα διάλεγε τον ρόλο εκείνου που χτυπά στο κέντρο του γηπέδου και που προκειμένου να μην σε αφήσει να περάσεις τα δίνει όλα. Εκείνον όμως, που πηγαίνοντας να χτυπήσει το πέναλτι, σε κοιτά στα μάτια χαμογελώντας και σου λέει: «εκεί θα σου ρίξω».

Και εσύ βλαστημάς, γιατί γνωρίζεις πως σου λέει την αλήθεια. Ξέρεις ότι ποτέ δεν θα αποκρούσεις κανένα του πέναλτι.

Κωστής Αποστολόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου