Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

«Στέλλα Βιολάντη - Έρως Εσταυρωμένος»

Κριτική - παρουσίαση της παράστασης από τη συγγραφέα Εύη Ρούτουλα
Με απέραντη χαρά παρακολουθώ πάντα τα έργα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, είτε είναι κωμωδίες όπως το Φιόρο του Λεβάντε είτε είναι κοινωνικά ψυχογραφήματα όπως το Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας είτε είναι δράματα όπως η «Στέλλα Βιολάντη».

Χαίρομαι αφάνταστα όταν βλέπω τις δραματοποιημένες προσπάθειες των μυθιστορημάτων του και όχι μόνο επειδή έχω ζακυνθινή καταγωγή. Δυστυχώς δεν ανεβαίνουν συχνά έργα του μεγάλου Ξενόπουλου στις ελληνικές σκηνές και αυτό είναι χαρακτηριστικό δείγμα μιας πολιτιστικής ύφεσης στη σημερινή Ελλάδα.

Χωρίς να θέλω να ξεφύγω από το θέμα μου, θα αναφέρω ότι στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας και στα θέατρα του Γουέστ Εντ δεν υπάρχει χρονιά που να μην παιχτούν έργα του Σαίξπηρ, του Μάρλοου, του Τζόνσον, του Ουάιλντ, του Πρίστλει κλπ. Δυστυχώς στην Αθήνα ούτε καν το Εθνικό Θέατρο δεν ανεβάζει συχνά έργα των αρχαίων Ελλήνων δραματουργών, του Ξενόπουλου, του Παπαδιαμάντη, του Καμπανέλλη, του Καζαντζάκη, του Ρώμα και τόσων άλλων. Και αυτό είναι ένα συμπέρασμα που θα πρέπει να μας προβληματίσει.

 Για να επιστρέψουμε όμως στο έργο μας, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε τη νουβέλα «Έρως Εσταυρωμένος» το 1901 εμπνευσμένος από πραγματικά περιστατικά που είχαν συμβεί στη Ζάκυνθο στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά και στην Πάτρα και στην Αθήνα. Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος- πρωτεργάτης του νεοελληνικού θεάτρου και βιογράφος της Αυτοκράτειρας Σίσσυ -παρακάλεσε τον Ξενόπουλο εκ μέρους της Μαρίκας Κοτοπούλη, να δραματοποιήσει την εν λόγω νουβέλα. Έτσι γεννήθηκε το 1908 η «Στέλλα Βιολάντη».

 Όταν ήταν ακόμα παιδί ο Ξενόπουλος και περίπου το 1880 στη Ζάκυνθο έλαβε χώρα το κάτωθι περιστατικό: ένας πατέρας φυλάκισε την κόρη του στην σοφίτα του σπιτιού τους επειδή δεν ήθελε να παντρευτεί τον γαμπρό που επιθυμούσε αυτός. Η άτυχη κοπέλα πέθανε από την ασιτία και την υγρασία, οι γονείς της τέλεσαν μια λαμπρή κηδεία και την έκλαψαν γοερά αλλά όλο το νησί γνώριζε την πραγματική αιτία του θανάτου της. Φυσικά κανείς δεν τόλμησε να ανακατευτεί σε μια ιδιωτική υπόθεση εκείνα τα χρόνια, άλλωστε ήταν αυτονόητο το δικαίωμα του πατέρα -αφέντη στις τύχες των γυναικών της οικογενείας του. Λίγα χρόνια αργότερα παρόμοια περιστατικά έλαβαν χώρα στην Πάτρα αλλά και στην Αθήνα.

Εμπνευσμένος από όλα αυτά ο Ξενόπουλος μας περιγράφει με μαεστρία την ιστορία της Στέλλας του. Η Στέλλα Βιολάντη, κόρη του μεγαλέμπορα Παναγή Βιολάντη ερωτεύεται τον κατώτερό της ταξικά και οικονομικά, τηλεγραφητή Χρηστάκη Ζαμάνο.

Η Στέλλα είναι ηθική, όμορφη και πλούσια αλλά κάνει το λάθος να απαντήσει στην ερωτική του επιστολή, ανταποκρίνεται στον έρωτα του νέου και του τάζει τον εαυτό της μέσα από τα δικά της ερωτικά γράμματα. Ο Ζαμάνος ακολουθώντας τη συμβουλή του προισταμένου του, Στήβενσον, ζητά το χέρι της καλής του από τον πατέρα της γράφοντάς του μια επιστολή. Ο Στήβενσον τον διαβεβαιώνει ότι έτσι γίνεται στην Αγγλία και ότι αυτός είναι ο σωστός τρόπος. Ο Ζαμάνος κάνει το δικό του λάθος: η Ελλάδα δεν είναι Αγγλία, τα ήθη είναι διαφορετικά: οι κοπέλες δεν έχουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του εαυτού τους και οι σωστοί και τίμιοι άντρες δεν ανταλάσσουν γράμματα μαζί τους αν δεν μιλήσουν πρώτα με τον πατέρα τους.

Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα οι σωστοί άντρες δεν γράφουν γράμματα στους πατεράδες αλλα στέλνουν έναν φίλο που έχει τον ρόλο του προξενητή στον αρχηγό της οικογένειας και αν αυτός συναινέσει, τότε πλέον ο νέος θα έχει το δικαίωμα να μπει στο σπίτι των μελλοντικών πεθερικών του και να κάνει μια τυπική επίσκεψη έως την ημέρα των επίσημων αρραβώνων. Ο Ζαμάνος είναι ελαφρόμυαλος, συγκινείται από την ομορφιά και το ενδιαφέρον που του δείχνει η Στέλλα αλλά δεν είναι αληθινά ερωτευμένος. Η Στέλλα είναι μια αγνή και σοβαρή κοπέλα που σκέφτεται μπροστά από την εποχή της, ίσως αν ζούσε πενήντα χρόνια αργότερα να ήταν διαφορετικό το τέλος της.

Η Στέλλα είναι ιδεαλίστρια, αγαπά και δίνεται και αυτό της το δόσιμο είναι παντοτινό. Η Στέλλα είναι επαναστάτρια, σέβεται τον πατέρα της αλλά θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής της. Ο πατέρας είναι ο κλασικός πάτερ φαμίλιας της ελληνικής οικογένειας εκείνης της εποχής: δουλευταράς, τίμιος νοικοκύρης, πάνω από όλα βάζει την τιμή της οικογένειάς του. Ο πατέρας νιώθει αληθινή προσβολή όταν μαθαίνει για την ανταλλαγή επιστολών ανάμεσα στην κόρη του και στον τηλεγραφητή, θεωρεί ότι ντροπιάστηκε, πιστεύει ότι όλο το νησί τον κακολογεί, καταρρίπτεται ο ρόλος του ως αρχηγού. Πατέρας και κόρη έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: πείσμα!

Μια από τις καλύτερες στιγμές του έργου είναι όταν αυτός λέει στην κόρη του: «Εγώ είμαι ο Παναγής ο Βιολάντης!» και αυτή του απαντά με την ίδια δύναμη, με την ίδια ανυποχώρητη στάση: «Κι εγώ είμαι η Στέλλα του Παναγή του Βιολάντη!».

 Πατέρας και κόρη είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές του έργου και πλαισιώνονται από την μητέρα -που αδίκως προσπαθεί να γεφυρώσει κάπως τον άντρα της και το παιδί της, τον αδελφό-που προσπαθεί και αυτός ανεπιτυχώς να επιβληθεί στο θηλυκό μέλος της οικογένειας και παρότι νεώτερος ηλικιακά θεωρεί ότι είναι ανώτερος λόγω φύλου και στην θεία Νιόνια- η γεροντοκόρη αδελφή του πατέρα που μεγάλωσε τα ανήψια της, ίσως το πιο συμπαθητικό πρόσωπο του έργου, η «πραγματική» μάνα της Στέλλας, αυτή που της συμπαραστέκεται με όλες της τις δυνάμεις.

 Αν κάποιοι από εσάς θεωρείτε ότι το έργο είναι παρωχημένο και ότι οι γυναίκες σήμερα είναι ελεύθερες να κάνουν ό,τι θέλουν, ρίξτε μια ματιά στις μουσουλμανικές κοινωνίες της Ασίας και της Αφρικής. Και για να μην θεωρηθεί θρησκευτική αυτή η κουβέντα, ρίξτε μια ματιά και στις χριστιανικές κοινωνίες σε κάποια απομακρυσμένα χωριά, σε κάποιες άλλες κοντινές μας χώρες. Για να μην μιλήσουμε για το γενικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και δεν μιλώ εδώ μόνο για το προσωπικό επίπεδο, γιατί αυτό δεν το έχει κανένας μας! Η ανάλυση του θέματος δεν έχει τελειωμό.

Ας περάσουμε λοιπόν στην συγκεκριμένη παράσταση. Εκπληκτικές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς: η Ευγενία Δημητροπούλου μας χάρισε μια επαναστάτρια Στέλλα Βιολάντη: αέρινη και ταυτόχρονα δυναμική. Ο Δημήτρης Παπανικολάου στάθηκε επάξια δίπλα της ως Παναγής Βιολάντης: ειρωνικός, οξύθυμος, στο τέλος θύμα και ο ίδιος των πράξεών του και της νοοτροπίας του. Η Νεκταρία Γιαννουδάκη- παλιά μου αγαπημένη από την Πέτρα της Σιωπής,τον Κυμβελίνο και από πολλά άλλα έργα - μας χάρισε μια στωική μητέρα που συμφωνεί με τα ήθη της εποχής και δίνει δίκιο στην συμπεριφόρά του αντρός της αλλά από την άλλη προσπαθεί να σώσει την κόρη της. Ο Ηλίας Λατσής ως αδελφός ήταν λίγο υπερβολικός στις αντιδράσεις του αλλά ίσως αυτό να ήθελε να δείξει ο σκηνοθέτης: το κοκόρι που βιάζεται να μεγαλώσει για να κυριαρχήσει. Η Ηλιάνα Γαιτάνη ανέλαβε τον ρόλο της θείας Νιόνιας, έναν ρόλο χωρίς εξάρσεις, έναν ρόλο εύκολο, τον ρόλο της καλής θείας, δυστυχώς αυτοί οι ρόλοι δεν σου χαρίζουν τα μεγάλα μπράβο. Ο Μάρκος Παπακωνσταντάκης είναι ο Ζαμάνος, μας χάρισε έναν επιπόλαιο και λίγο θρασύδειλο εραστή. Τέλος η Αθηνά Σακαλή αναλαμβάνει τον ρόλο της υπηρέτριας Ασημίνας, έναν βουβό ρόλο που τον ερμηνεύει όμως με μεγάλο μπρίο.

 Το σκηνικό είναι λιτό αλλά υποβλητικό: ένα τεράστιο τραπέζι δείπνου, μερικές κουρτίνες που υποδηλώνουν τα υπόλοιπα δωμάτια του αρχοντικού των Βιολάντη. Το δράμα αναδεικνύεται με την επιλογή όλων των κουστουμιών σε άσπρα και εκρού χρώματα.

Ιδιαίτερα δυνατές οι στιγμές της αντιπαράθεσης μεταξύ πατέρας και κόρης, μου θύμισε χορογραφία. Σε κάποιους ίσως μπορεί να φανεί υπερβολικό, εμένα προσωπικά μου άρεσε αυτή η σκηνοθετική ματιά, έδειχνε με καθαρό τροπο την βία.

 Αυτό που πιστεύω επίσης ότι χάρισε στην παράσταση ήταν η χρησιμοποίηση, έστω και λίγο, της ζακυνθινής διαλέκτου: συγκινήθηκα όταν άκουσα τον ινφάμε, τον παπάκη, το ναίσκε, την ψυχούλα μου κλπ. Γιατί, όπως είπα και πριν, είναι σημαντικό να κρατάμε τον πολιτισμό μας!

 Πού
Θέατρο Χώρα 
 Πότε
Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου