Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης

«Πρωινό Αστέρι» της Τζίνας Ψάρρη
Ο πολιτιστικός ιστότοπος «Πολιτιστική Ατζέντα», διοργανώνει σειρά δημοσιεύσεων σε ζητήματα που αφορούν τη Λογοτεχνία και πρώτο μας θέμα είναι: «Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης».
Ευχαριστούμε τη συγγραφέα Τζίνα Ψάρρη, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μας και μας έστειλε το διήγημά της με τίτλο «Πρωινό Αστέρι» που δημοσιεύουμε:

«Πρωινό Αστέρι»

Η πραγματική φθορά του χρόνου είναι απρόβλεπτη. Ιδιότροπη και ακανόνιστη. Αφήνει άθικτα μερικά σημεία, πλήττοντας σοβαρά κάποια άλλα. Ασύμμετρες ξεθωριασμένες λωρίδες εκεί που χτυπά ο ήλιος, η ζέστη ή το κρύο. Αναμνήσεις που χάνονται κι άλλες που διατηρούνται. Το κορμί χάνει τη ζωηράδα του, η καρδιά πάλι, όχι. Μια χειρουργική διαδικασία αποσυναρμολόγησης που πρέπει όμως να οδηγήσει σε μοντάρισμα από την αρχή.

Ανέβαινα με το λεωφορείο προς τα βόρεια, ταλαντευόμενη νυσταγμένα. Η κούραση βάραινε τους ώμους μου, το μυαλό μου έπαιρνε αργές ξεπαγιασμένες στροφές κι αποζητούσε ένα ζεστό μπάνιο κι ένα μαλακό κρεβάτι. Όταν μπήκα επιτέλους στο σπίτι, ξυλιασμένη από το περπάτημα κάτω από καταρρακτώδη βροχή, η αδελφή μου με περίμενε με ύφος θυμωμένο. Είναι στ' αλήθεια πολύ παράξενο ν' ανακαλύπτεις πως το παρόν εμπεριέχει ένα τόσο λαμπερό θραύσμα παρελθόντος, παραφθαρμένο σίγουρα αλλά όχι κατεστραμμένο. Μόλις αντίκρισα το αγριεμένο βλέμμα της, θυμήθηκα ότι με περίμενε κι εγώ είχα αργήσει απελπιστικά. Όσο ζούσα μέσα στην παγωνιά, εκείνη απολάμβανε τον καυτό ήλιο του Άγιου Μαυρίκιου. Είχε μόλις επιστρέψει μαυρισμένη και με εξομολογητική διάθεση. Η αλήθεια είναι πως κι εγώ ήθελα να τα μάθω όλα. Η αδελφή μου δήλωνε ερωτευμένη, πρώτη φορά στη ζωή της.

Δουλεύαμε μαζί, ζούσαμε μαζί. Τεράστια επιχείρηση οι μέρες μας, άνετο τριάρι οι νύχτες. Περίπατοι, θέατρα, ταβερνάκια. Μακάριες κουβέντες, ατέρμονοι σχολιασμοί, απλές και σύνθετες αναλύσεις. Την αγαπούσα πολύ, ξέχωρα από τον υποχρεωτικό δεσμό αίματος. Ήταν νεότερη, η μικρή μου προστατευομένη από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε. Μοιάζαμε πολύ εξωτερικά. Εσωτερικά πάλι, όχι.

 Δεν επιλέγουμε τα χαρίσματά μας, με κάποιο τρόπο είναι σαν προαποφασισμένα. Το δικό της αδιαμφισβήτητο χάρισμα ήταν η καλοσύνη. Πάντα αυτή η λέξη μου δημιουργούσε μια αίσθηση σαν να συνέρχεσαι από κώμα για να συνειδητοποιήσεις αόριστα γύρω σου την ύπαρξη συγκεχυμένων φωνών και απροσδιόριστων μορφών. Η Ιφιγένεια, η Φένια μου, δεν είναι έτσι, ποτέ δεν ήταν. Στο μυαλό της δεν υπήρχαν μηχανορραφίες, κανείς δεν έλεγε ψέματα, κανείς δεν πρόδιδε. Για όλες τις καταστάσεις υπήρχε μια καλοπροαίρετη εξήγηση. Θα ανακάλυπτε σημείο αξιέπαινο ακόμη και στην πιο άθλια συμπεριφορά. Δεν είναι τόσο ότι δεν το έβλεπε, όσο το ότι η έμφυτη γλυκύτητα τής υπαγόρευε πράξεις μεγαλοψυχίας και συχώρεσης. Αυτή η «πάστα» είχε γίνει κάτι σαν ενδοοικογενειακό ανέκδοτο. Για την Φένια οι πάντες ήταν «άνθρωποι καλής πάστας, αλλά.....». Όποτε δαιμονιζόμουν μ' αυτό το αλλά - δικαιολογία, ονομάτιζα τους γνωστούς μας ο Κώστας ο σεράνο, η Αμαλία η νουγκατίνα, η Λίτσα η πασταφλώρα. Εγώ την πείραζα, εκείνη γελούσε. Ανυστερόβουλα. Απέραντη ηρεμία, λιακάδα ακόμα και στις συννεφιασμένες μέρες. Βαριεστημένη ή απελπισμένη, δεν θυμάμαι να την είδα ποτέ. Τρυφερή σαν δροσερή αύρα, ανάλαφρη όπερα με συναισθηματικές υπερβολές. Μαντάμ Μπατερφλάι σε μέγεθος τσέπης. Τη λάτρευα, μ' όλη της την υπερβολή. Ήθελα να την προσγειώσω, να της αποδείξω πως όλη αυτή η «καλή πάστα» γύρω της δεν ήταν παρά ένα ευχάριστο τίποτα, φανταχτερό και απατηλό. Η Φένια δεν γκρέμιζε τίποτα απ' όλα αυτά. Τελικά, το χαρακτήρισα χάρισμα και παραιτήθηκα άπαξ δια παντός. Κι απόμεινα εγώ, η ρεαλίστρια, η μόνιμα προσγειωμένη. Ακόμη και σήμερα, δεν ξέρω ποια είχε το δίκιο, ποια ήταν η ψύχραιμα σοβαρή.

Οφθαλμοφανείς οι διαφορές μας, άγγιζαν με αγάπη την αδιάφορη καθημερινότητα. Εκείνη, είχε ανέκαθεν στο μυαλό της στρουμπουλά μωρά να ζουζουνίζουν γύρω της, οικογενειακές διακοπές και Κυριακές με ψητό στο φούρνο. Γεννημένη μαμά. Εγώ πάλι, βασανιζόμουν από ένα γενικό αίσθημα φόβου, μη τυχόν και χρειαστεί να μείνω φυλακισμένη στη ρουτίνα σπίτι-παιδιά-διάβασμα-μαγείρεμα-σχολεία. Μια προοπτική, που μόνο απαισιόδοξες σκέψεις δικαιολογούσε. Όλα αυτά τα υποκοριστικούλια δεν ήταν για μένα: το σπιτάκι μας, η ζωούλα μας, μια βολεμένη δουλίτσα. Όλα με το λίγο μού ταίριαζαν, όλα προβλέψιμα και προκαθορισμένα. Πλήξη μέχρι θανάτου, μίζερες ευτυχίες περιφερόμενες, μισές. Κόμπαζα πως εγώ θα ανασαίνω αλλιώς.

«Ήρθες επιτέλους;» Παρά το επίπλαστα θυμωμένο ύφος, η αγκαλιά της άνοιξε διάπλατα.

«Συγνώμη, δεν ήταν από πρόσθεση, ξέρεις τι γίνεται στη δουλειά. Πες τα όλα τώρα!» Πέταξα τα λασπωμένα παπούτσια μου σε μια γωνιά και χώθηκα στον καναπέ, με ειλικρινή διάθεση να μάθω. Τα μόνα που ήξερα ως τότε ήταν: Στάθης, διαφημιστής, ταξίδι επιβράβευσης των καλύτερων στην εταιρία του, η Φένια μαζί του. Λιτά, τηλεγραφικά, την παραμονή της αναχώρησής της.

«Ζω εκείνο το είδος της απερίγραπτης ευτυχίας. Γελάς, περπατάς μέσα στη σιωπή, αγγίζεις τυχαία, μέσα στο μυαλό σου μια έκρηξη κι εύχεσαι η στιγμή να κρατήσει για πάντα. Ζεις μόνο το άγιο Τώρα. Το κάθε αστείο ξεκαρδιστικό, η κάθε δήλωση σοβαρή, υπάρχεις μόνο εσύ και ο έρωτάς σου. Δεν τολμάς ν' ανασάνεις, μην τυχόν και η εκπνοή διαλύσει τη μαγεία. Μετά, έρχεται η ώρα του αποχωρισμού στα κρυφά, στη γωνιά του σπιτιού, μακριά από τα φώτα του δρόμου αλλά μέσα στις υποσχέσεις. Θα μιλήσουμε σε λίγο, θα συναντηθούμε αύριο, δεν μπορώ να περιμένω ως τότε, συγκίνηση, όλα είναι έρωτας. Μια ολόκληρη νύχτα μαζί, όταν την καταφέρνεις δεν φτάνει, μετά θέλεις ολόκληρο σαββατοκύριακο. Κι όταν το πετύχεις και αυτό, χρειάζεσαι έναν χώρο μόνο για τους δυό σας, για πάντα». Μέσα σε λίγες φράσεις, είχε καταφέρει να μου περιγράψει μια σχέση μηνών. Το πρόσωπό της είχε πάρει το χρώμα της έξαψης. Φόρεσε την ευτυχία σαν φωτοστέφανο και λαμπύριζε, εκπέμποντας φως και ευθυμία. Εκ των υστέρων, μπορώ να με χαρακτηρίσω μικρόψυχη: της είχα κακιώσει που περίμενε μήνες πριν μου ανακοινώσει τη γνωριμία της μ' αυτόν τον άντρα. Αργότερα, ο θυμός μου μεταφέρθηκε στον Στάθη. Εκείνος της είχε ζητήσει να κρατήσουν τη σχέση τους μακριά από όλους για λίγο καιρό, μέχρι να είναι σίγουροι είπε. Η Φένια, απλά σεβάστηκε την επιθυμία του. Αυτόν ακριβώς τον σεβασμό στις επιθυμίες του, έμελλε να τον συναντήσω πολλές φορές. Το θεωρούσα ιδιαίτερα εγωιστικό εκ μέρους του και ανέκαθεν πίστευα ακράδαντα πως ο εγωισμός μπορεί να διαστρεβλώσει ακόμη και τις καλύτερες προθέσεις.

Από μικρή, αφηνόταν στη φαντασίωση: θα γνώριζε έναν άντρα που θα άξιζε να βρίσκεται στις σελίδες των τρυφερών μυθιστορημάτων που διάβαζε. Κι όταν γνώρισε τον Στάθη, σιγουρεύτηκε γρήγορα, αυτός ήταν. Το ήξερε, εγώ όλα αυτά τα θεωρούσα ρομαντικά κουραφέξαλα. Οράματα με ζαχαρένια μελλούμενα σε ροζουλιά συννεφάκια, δεν είχα. Πρίγκιπες καβάλα σ' άσπρο άλογο, δεν περίμενα. Στην προ Στάθη εποχή προσπαθούσα να την συνεφέρω. Τσακωνόμασταν. Τώρα, κρατούσα το στόμα μου διπλοκλειδωμένο. Ποιά ήμουν εγώ για να της καταστρέψω τ' όνειρο; Καμώθηκα πως παραδέχτηκα την ήττα μου, πίεσα τον εαυτό μου να δεχτεί ότι είχα άδικο. Ίσως η πυργοδέσποινα να είχε βρει τον ιππότη που περίμενε. Το ότι έσφυζε από τολμηρή, απροκάλυπτη ενέργεια που δεν είχα φανταστεί ότι διέθετε, μου ήταν αρκετό.

Φωλιές αγάπης οι αγκαλιές και οι στιγμές τους. Γάργαρα γελάκια να κυλούν απ' τα χείλια τους σα δροσερά ρυάκια κατακαλόκαιρο. Σ' αυτή την απίστευτη χορογραφία βλεμμάτων, συνήθως δίσταζα να συμμετέχω. Κυρίως από φόβο, μη διασαλέψω τ' ονειρικό κελάρυσμά τους.

Παντρεύτηκαν πριν καν προλάβω να συνειδητοποιήσω τη σχέση τους. Το σπίτι της αλλού. Το χαριτωμένο κοριτσάκι με τις ξανθωπές μπούκλες, κυρία του κυρίου γοητευτικού. Το ομολογώ, δεν τον συμπάθησα, παραήταν εγωιστής για τα γούστα μου. Ύφος κάπως αλαζονικό, χαμόγελο σχεδόν μόνιμο, αμυδρό αλλά περιπαικτικό.

Όταν τους είδα να στέκονται στην εξώπορτα του σπιτιού μου, μαυρισμένοι και πασίχαροι, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο νου ήταν τί απαλή είναι η φράση «μήνας του μέλιτος». Σαν νέκταρ από ροδοπέταλα. Η γυναίκα που βρισκόταν μπροστά μου και αποδεχόταν το χάδι του άντρα της, δεν ήταν η αδελφή που ήξερα. Ήταν μια σκανταλιάρικη σύνθεση από κοριτσίστικα καμώματα, πνευματώδης και σαγηνευτική. Ενθουσιάστηκα. Μέχρι που θ' αποδεχόμουν τον Στάθη.

Μήνες μετά, η ενέργεια εξακολουθούσε να κυλά στις φλέβες της σαν υγρό πυρ. Εγκατέλειψε τη δουλειά της και δεν έδειχνε να ενοχλείται καθόλου από την ενασχόλησή της αποκλειστικά και μόνο με το σπίτι και τις ανάγκες της αγάπης της. Καλούσε την οικογένεια για φαγητό κάθε Κυριακή, διοργάνωνε απογευματινές συγκεντρώσεις κυριών για τσάι και συμπάθεια, έφτιαχνε μαρμελάδες και παγωτά, εφεύρισκε πολύπλοκες συνταγές.

«Όλη μέρα κατακαίς τα χέρια σου για ποιό λόγο; για να τα καταβροχθίσει ο πασάς στο λεπτό;»

«Είμαι σίγουρη, θα καταλάβεις κάποτε. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση από την προσφορά στον άνθρωπο που αγαπάς. Ο έρωτας δεν χωράει διαπραγμάτευση. Είναι όλα ή τίποτα». Η απίστευτη ηρεμία της μου έδινε στα νεύρα.

«Μου ζήτησες να έρθω όσο πιο γρήγορα μπορώ», άλλαξα την κουβέντα που δεν ήθελα. Μου χαμογέλασε σιωπηλή κι απόμεινα να την παρατηρώ. Ποδιά δεμένη στο λαιμό, όρθια σε μια κουζίνα που κολυμπούσε σε μυρωδιές και υδρατμούς, το πρόσωπο κρυμμένο σε μια αγκαλιά λουλούδια.

«Μου τα έστειλε ο Στάθης, δεν είναι όμορφα; Είμαι έγκυος αδελφούλα!»

Ευτυχία. «Σήμερα άλλαξες τον κόσμο μου», έγραφε η κάρτα, «θα σου είμαι αιώνια ευγνώμων». Το ήθελαν το παιδί και οι δύο, είμαι σίγουρη. Ο ήλιος ξεμύτισε απότομα πίσω από το σύννεφο και πλημμύρισε το δωμάτιο μ' ένα γλυκό φως που κύλησε στους τοίχους σαν νερό. Υπάρχουν κάτι σιωπές τόσο ευχάριστες, που κανένας δεν νιώθει την ανάγκη να τις γεμίσει με λέξεις. Όλα γύρω έμοιαζαν με φωτεινό όνειρο. Και ξαφνικά, ένας ανερμήνευτος δαίμονας όρθωσε κύμα πανικού στο στομάχι μου, για να σκοτεινιάσει την ιλαρότητα της στιγμής. Τον απόδιωξα βιαστικά, σκεπάζοντας την διαίσθησή μου με τρυφερή συγκίνηση, να μη μου υποδεικνύει κανένα δυσδιάκριτο κακό που πίστευε πως ερχόταν. Είπα να δοκιμάσω από την πίτα που μόλις είχε ψήσει, κάτι να κάνω, να αραιώσω το μαύρο που με κύκλωνε. Αν ο πονοκέφαλος είχε γεύση, θα ήταν ακριβώς αυτή! Η ευτυχία της, είχε ρίξει δυο φορές αλάτι. Και πιπέρι. Και κάτι άλλο ανεξιχνίαστο: κανελογαρίφαλα; Το μαύρο αραίωσε απ' τις στάλες των ματιών μας. Γελούσαμε αγκαλιασμένες, μέχρι δακρύων. Τελικά η ευτυχία είναι μεταδοτική. Και αστεία μερικές φορές.

Στον δεύτερο υπέρηχο, μου ζήτησε να πάω μαζί της. Αν και απόρησα, πήγα. Ο Στάθης την φρόντιζε σαν πορσελάνινη κούκλα, τώρα γιατί; Ερμήνευσα την απόγνωση που έβλεπα στο βλέμμα της σαν άπειρη αγωνία της πρώτης εγκυμοσύνης κι έφραξα τις μαύρες σκέψεις. Διαψεύστηκα γρήγορα. Βγήκε από το εξεταστήριο σαν μόλις να σώθηκε από θάλαμο αερίων. Δεν μου είπε, δεν ρώτησα.

«Πάμε μαζί σπίτι σε παρακαλώ, περιμένει ο Στάθης. Θα τα πούμε εκεί».

Δυο φιγούρες παγερής κυριαρχίας μέσα στο βασίλειό τους. Στέκονται αμίλητοι ο ένας απέναντι στον άλλον. Δεν χρειάζεται και πολύ μυαλό, έχουν τσακωθεί. Η παγωνιά μετατοπίστηκε στη ραχοκοκαλιά μου. Ένα μισό χαμόγελο, σαν υποχρεωτικό, ζωγραφισμένο στα χείλη της, κάτω από την απειλή της αποδοκιμασίας του. Ακατέργαστα κύματα συναισθημάτων άφριζαν με μανία κι έσκαγαν στο πρόσωπό της.

«Θα μου εξηγήσετε;» αποτόλμησα αν και την απάντηση δεν ήθελα να την ακούσω, το ήξερα.

«Θα σου πω εγώ, αφού η αδελφή σου βουβάθηκε. Το παιδί έχει πρόβλημα, θα γεννηθεί ένα δυστυχισμένο, δύσμορφο πλάσμα».

Πριν προλάβω να του απαντήσω όπως του άξιζε, τα μάτια της άστραψαν.

«Θα είναι η κόρη μου και θα την αγαπάω».

«Εγώ πάλι, δεν θέλω να καταδικαστώ για την υπόλοιπη ζωή μου. Να το ρίξεις όσο είναι ακόμα καιρός».

«Θα φύγω μακριά, εγώ και το μωρό μου μόνο, να σε γλυτώσουμε από την καταδίκη».

«Και τι θα γίνει δηλαδή αν φύγεις; θα πάψει να είναι παιδί μου; Ή μήπως με θεωρείς ένα άκαρδο τέρας; Δεν θέλω παιδί προβληματικό πώς να το πω; Τον οίκτο του κόσμου πίσω από την πλάτη μου τον απεχθάνομαι».

Κατανοούσα την αγωνία του. Σε καμιά περίπτωση δεν θα ζητούσα απ' την αδελφή μου να σκοτώσει το παιδί της. Δίλημμα άλυτο σκέπαζε το μέλλον τους. Χαμήλωσα τα μάτια κι έψαχνα τρόπο να γίνω αόρατη. Ο Στάθης, είχε ήδη αποκτήσει την υπεροψία της αρτιμελούς αυταρέσκειας. Κι εγώ; Δεν είχε σημασία. Η αδελφή μου έφτιαχνε βιαστικές αλλά δυνατές ρίζες για να υποδεχτεί προετοιμασμένη την καταιγίδα που πλησίαζε.

Δεν ξέρω τι μεσολάβησε. Προφανώς, η Φένια είχε πειστικότερα επιχειρήματα, αφού συνέχισαν να ζουν μαζί, να πηγαίνουν στον γιατρό μαζί, να ετοιμάζουν το δωμάτιο του μωρού μαζί. Έδειχναν σχεδόν καλά, αμήχανα ήρεμοι. Ως την ημέρα του τοκετού.

Μπήκα στο δωμάτιο του μαιευτηρίου και είδα τη φιγούρα της ακίνητη, κοκαλωμένη. Βλέμμα απλανές, κυρτωμένοι ώμοι. Ο Στάθης κοιτούσε βλοσυρός έξω από το παράθυρο. Το πρόσωπό του αδιαπέραστο. Κατάλαβα. Το παιδί γεννήθηκε με όλα τα προβλήματα που είχαν προβλέψει οι γιατροί. Ελπίδα για διάψευση ήταν η πιθανή αιτία τής έως τότε υποχώρησής του. Τον έψαχνε τον φταίχτη ο γαμπρός μου, από τους μήνες της εγκυμοσύνης τον έψαχνε, και τώρα έδειχνε να τον έχει βρει. Τη Φένια κατηγορούσε για τις εγκεφαλικές διαταραχές του μωρού, ήταν φανερό.

«Θέλω να δω την κόρη μου», ψέλλισε η αδελφή μου κοιτώντας εμένα. Περπάτησα δίπλα της κρατώντας τον ορό και μαζί διασχίσαμε τον μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην αίθουσα νεογνών. Να δει τα χεράκια, τα μάτια, τα μικρούτσικα ποδαράκια.

«Ξανθά μαλλιά έχει ο άγγελός μου, έτσι να την πούμε, Αγγελίνα». Ό,τι κι αν έλεγε εκείνη τη στιγμή, θα συμφωνούσα. «Είσαι ο παράδεισός μου, η αγάπη και το θαύμα μου», ψιθύριζε πίσω απ' το γυαλί που τις χώριζε. «Ο θησαυρός μου γεννήθηκε ξημερώματα. Το πρωινό αστέρι είναι καλός οιωνός. Είναι το δώρο του Θεού σ' αυτόν που ξυπνάει νωρίς και το βλέπει πρώτος. Το κλειδί της ευτυχίας μου, το είχα βάλει σε λάθος τσέπη ως τώρα».

Σε μένα δεν μπορούσε να κρυφτεί, την διάβαζα. Σκέπαζε κάτω από ένα πέπλο προσποιητής ευθυμίας, όλα όσα νόμιζε ότι θα προκαλούσαν ενόχληση και αποστροφή στους άλλους. Φόρεσε το ωραιότερο χαμόγελό της και κίνησε για τη νέα της ζωή, αγκαλιά με το μωρό της. Με μένα στο τιμόνι όμως, όχι τον άντρα της. Ο Στάθης είχε εξαφανιστεί την ημέρα της εξόδου από το μαιευτήριο. Στη δουλειά δήλωσε ασθένεια, το κινητό κλειστό, οι γονείς του άφαντοι.

Στο σπίτι την περίμενε ένα βάζο γεμάτο λουλούδια και μια κάρτα.

«Συγνώμη, προσπάθησα πολύ, δεν μπορώ να το κάνω. Μην με ψάξεις ποτέ».

Αδιαφόρησε για την αδιαφορία του. Δεν θα τον αναζητούσε ποτέ, ήμουν βέβαιη. Τα δικά μου μάτια γέμισαν δάκρυα, τα δικά της, όχι.

«Η κόρη μου, η ζωή μου

Θα την μάθω να πατάει στα πόδια της γερά και να πετάει μακριά με τις δικές της δυνάμεις

Θα την μάθω ότι δεν μπορεί ν' αναγκάσει τους άλλους να την αγαπήσουν. Μπορεί όμως να γίνει άξια ν' αγαπηθεί πολύ

Θα την μάθω ότι δεν ωφελεί σε τίποτα να συγκρίνει τον εαυτό της με τους γύρω της, ότι καλύτερη θα γίνει συγκρινόμενη μόνο με τον εαυτό της

Θα την μάθω να μην κλαίει για κάτι που τέλειωσε, μα να χαμογελάει επειδή υπήρξε

Θα την μάθω να πιστεύει πως θα είμαι για πάντα δίπλα της

Θα την μάθω να συγχωρεί. Τον εαυτό της πρώτα και μετά τον κόσμο όλο».

Όσο την άκουγα, μόνο μια σκέψη στριφογύριζε στο μυαλό μου απρόσκλητη: αυτό που φοβάσαι το περισσότερο, αυτό είναι που θα σε απελευθερώσει.

Γεμάτη ενέργεια μέσιαζε η μέρα κι εμείς οι τρεις θα την ζούσαμε αυτή τη νέα συνθήκη ως το μεδούλι της. Κι αν ο δρόμος φάνταζε δύσβατος, θα τις βρίσκαμε τις λύσεις. Μαζί.

ΤΕΛΟΣ

Τζίνα Ψάρρη

Το διήγημα αυτό έλαβε το 1ο βραβείο διηγήματος στον διαγωνισμό που διοργάνωσε η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Η απονομή του βραβείου πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017, στο πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Αθηναίων.

Το μυθιστόρημα της συγγραφέως «Μέχρι το πέμπτο σκαλοπάτι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Όστρια .




Αποτέλεσμα εικόνας για Τζίνα Ψάρρη

1 σχόλιο:

  1. Με την πάντα εξαιρετική γραφή της και ιδιαίτερη ευαισθησία, η Τζίνα Ψάρρη θίγει ένα πολύ λεπτό κοινωνικό θέμα. Συγχαρητήρια!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή