Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

«Σε ελεύθερη πτώση» και «Φάτα Μοργκάνα»

Διηγήματα της Φιλιππίας Σκούρα
Ο πολιτιστικός ιστότοπος «Πολιτιστική Ατζέντα», διοργανώνει σειρά δημοσιεύσεων σε ζητήματα που αφορούν τη Λογοτεχνία και πρώτο μας θέμα είναι: «Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης».
Ευχαριστούμε την Φιλιππία Σκούρα, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα και μας έστειλε τα διηγήματά της: «Σε ελεύθερη πτώση» και «Φάτα Μοργκάνα» που δημοσιεύουμε:

«Σε ελεύθερη πτώση»
Μόλις είχε τελειώσει τη δουλειά που είχε στην εφορία μετά από μιάμιση ώρα αναμονής στην ουρά. Βγήκε από την μεγάλη αίθουσα και κατευθύνθηκε στο διάδρομο με τους ανελκυστήρες.

Για λίγο αμφιταλαντεύτηκε ανάμεσα στην κλειστοφοβία της και στους οχτώ ορόφους που την χώριζαν από το ισόγειο. Τελικά όμως λόγω της ευρυχωρίας των ανελκυστήρων, αποφάσισε να ενδώσει στην πιο εύκολη λύση και πάτησε το κουμπί για να καλέσει τον πρώτο διαθέσιμο ανελκυστήρα, υπερνικώντας στιγμιαία την κλειστοφοβία της.

Μόλις ήρθε ο ανελκυστήρας και άνοιξε η πόρτα, είδε ότι ήδη υπήρχαν εφτά άτομα μέσα και επειδή ακόμη βρίσκονταν σε υψηλό όροφο και προμηνύονταν ότι ο μακρόστενος ανελκυστήρας θα γεμίσει αποφάσισε να οδηγηθεί στο βάθος του και να σταθεί πιο πίσω από τους υπόλοιπους, παίρνοντας τον χώρο της και αποφεύγοντας το συνωστισμό που θα επακολουθούσε στην είσοδο του.

Ο ανελκυστήρας άρχισε να κατεβαίνει με μέτρια ταχύτητα και εκείνη κοίταξε το ρολόι της. Ήταν δύο παρά τέταρτο το μεσημέρι, ημέρα Παρασκευή.  Σήμερα πήρε άδεια από την εργασία της, για να τελειώσει κάποιες εξωτερικές δουλειές που είχαν συσσωρευτεί και για να ετοιμαστεί για να φύγει  ένα διήμερο ταξίδι με τον σύντροφο της. «Έχω οριακά τρεις ώρες για να φτιάξω κάτι να φάμε και να ετοιμάσω βαλίτσες μέχρι να έρθει να με πάρει ο Πέτρος και να φύγουμε» σκέφτηκε.

Με τον Πέτρο έκλεισαν σήμερα τέσσερα χρόνια σχέσης και αποφάσισαν να πάνε ένα διήμερο στο Ναύπλιο για να το γιορτάσουν και να χαλαρώσουν μαζί. Πριν τέσσερα χρόνια που μπήκε στη ζωή της, ήταν μια περίοδος αστάθειας και απορρύθμισης για εκείνη, όπου μάζευε τα κομμάτια της μετά από το πέρασμα ενός ισοπεδωτικού και ολοκληρωτικού έρωτα. Που την άφησε αλλαγμένη, μόνη και μπερδεμένη, να προσπαθεί να "τετραγωνίσει τον κύκλο" για να χωρέσει στα νέα δεδομένα της ζωής της.

Ο Πέτρος λοιπόν ήταν η πέτρα, ο ακρογωνιαίος λίθος πάνω στον οποίο έχτισε τη νέα της ζωή.  Μετά τη γνωριμία τους, την πολιόρκησε για ένα εξάμηνο μέχρι τελικά να ενδώσει. Το βασικό στοιχείο του, που την γοήτευσε  και την κέρδισε τελικά ήταν το χιούμορ του. Χρόνια είχε να την κάνει κάποιος να γελάει με την ψυχή της, καθώς και η πιο ανάλαφρη στάση που είχε για τη ζωή, γεγονός που αντιστάθμιζε τον δικό της πεσιμισμό, ιδιαίτερα εκείνης της περιόδου.

Με τον καιρό λοιπόν τον αγάπησε πολύ, παραπάνω από ότι περίμενε, βέβαια δεν τον ερωτεύτηκε ποτέ, πράγμα που ίσως  και να την βόλευε. Είχε δει τι εστί έρωτας, σε όλο του το μεγαλείο, από το ναδίρ ως το ζενίθ του και είχε αποφασίσει πως καλύτερο και πιο λειτουργικό συναίσθημα είναι η αγάπη. Τελεία και παύλα. Την παύλα την τόνιζε δε τα τελευταία χρόνια με πάθος φανατισμένου θιασώτη μιας θεωρίας.

Αυτά τα τέσσερα χρόνια σχέσης  μόνο κατά σποραδικά διαστήματα την έπιαναν κρίσεις, που ξεκινούσαν κατά βάση από δικές της εσωτερικές σκέψεις και συναισθήματα και όχι από χειροπιαστές αφορμές. Οπότε ποτέ δεν έκανε κοινωνό αυτών των σκέψεων τον Πέτρο.

Σε εκείνες τις εκλάμψεις, της φαίνονταν δυσβάσταχτη η ιδέα ότι δεν ζει τη ζωή της με αυτόν που στην πραγματικότητα κάποτε θέλησε όσο κανέναν άλλο και ονειρεύτηκε να ζήσει μαζί του. Τον άνθρωπο που θεωρούσε αναπόφευκτη μοιραία επιλογή  και όχι τη  δεύτερη επιλογή της, την λίγο κατά συνθήκη και πολύ  κατ’ ανάγκην, αυτό δηλαδή που φαίνονταν να είναι ο Πέτρος.

Αυτό που τη στοίχειωνε τα πρώτα χρόνια της σχέσης τους ήταν η αμφιβολία της επιλογής της. Δεν ήταν σίγουρη για το εάν δεν είχε μπει εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ο Πέτρος στη Ζωή της και αν δεν είχε τόση ανάγκη από κάποιο αποκούμπι, αν θα έκανε σχέση μαζί και εάν θα κρατούσε η σχέση αυτή τόσα χρόνια.

Με το πέρασμα των χρόνων όμως, αυτές οι σκέψεις  έφθιναν και όσο αγαπούσε τον Πέτρο τόσο περισσότερο την ένοιαζε η δική του ευτυχία. Θεωρούσε μεγάλη αδικία για τον ίδιο τον Πέτρο που ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί της, το ότι ήταν με μια γυναίκα που δεν είναι το ίδιο ερωτευμένη μαζί του και του Πέτρου του άξιζε να είναι η πρώτη επιλογή κάποιας και όχι ο αναπληρωματικός. Ίσως με κάποια άλλη γυναίκα να γίνονταν πιο ευτυχισμένος. Γιατί του άξιζαν τα καλύτερα και τα επιθυμούσε για αυτόν. Αυτές τις τύψεις της προσπαθούσε να τις απαλύνει με το να προσπαθεί συνεχώς να δείχνει την αμέριστη αγάπη, στήριξη και φροντίδα της στον Πέτρο. Πολλές φορές μπορούσε να προσποιείται την ερωτευμένη και να ξοφλάει τον αληθινό της έρωτα στην αγκαλιά του Πέτρου. Όχι όμως πάντα.

Στο τέλος πίστεψε ότι κατάφερε να κάνει την σχέση της δίκαιη και ισορροπημένη. Παράλληλα έκανε τη δουλειά του κι ο πανδαμάτωρ χρόνος και η ανάμνηση του άλλου είχε   πλέον ξεθωριάσει χωρίς όμως να σβήσει.  Την ενοχλούσε όμως  σπάνια, όταν κατά τύχη ή ηθελημένα τον θυμόνταν και την έκαιγε ξανά η κλειστή πληγή. Εκείνο το πρόσωπο όμως το θεωρούσε αμετάκλητο παρελθόν με μηδαμινές πιθανότητες να γίνει παρόν και μέλλον. Φαίνονταν πλέον πεπεισμένη ότι βρίσκονταν «σήμερα» με το σωστό άνθρωπο, στο σωστό χρόνο και τόπο. Και ότι για όλες τις άλλες παρελθοντικές σκέψεις, έφταιγε απλά η αίσθηση του ανικανοποίητου που είχε για τα πάντα την κατέτρωγε από παιδάκι. «Ευτυχώς όλα βαίνουν καλώς πια» σκέφτηκε και χαμογέλασε στον καθρέφτη του ανελκυστήρα.

«Τέταρτος όροφος» ακούστηκε να ανακοινώνει μια γυναικεία φωνή από το ηχείο του ανελκυστήρα. Η πόρτα άνοιξε και είδε μέσα από τον καθρέφτη ότι μπήκαν δύο άτομα. Ένας άγνωστος και ένας πολύ γνώριμος αν και μακρινός πλέον. Ήταν ο Σταύρος, ο μεγάλος «σταυρός» που κουβάλησε κάποτε στη ζωή της. Ο Σταύρος μπήκε μέσα στον ανελκυστήρα αφηρημένος κοιτώντας το κινητό του και γύρισε με το προφίλ του γυρισμένο προς την πόρτα.  Η Ελένη μαρμάρωσε όταν τον αντιλήφθηκε και έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα. «Μάλλον δε με είδε σκέφτηκε και αν είμαι τυχερή ούτε θα με δει εδώ που είμαι χωμένη» και συμπλήρωσε «ευτυχώς». Αλλά για αυτό το "ευτυχώς" δεν ήταν σίγουρη το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο.

Γιατί θυμήθηκε πόσο πολύ επιθυμούσε τα προηγούμενα  πέντε χρόνια να τον συναντήσει κάπου έστω και τυχαία για να τον δει ακόμη και για λίγο και για να μάθει νέα του αλλά και για να τεστάρει τα συναισθήματά της. Δεν μπορούσε όμως από φόβο, ντροπή και εγωισμό να επιδιώξει αυτήν τη συνάντηση οπότε είχε εναποθέσει τις ελπίδες της στη θεά τύχη.

Δεν μπορούσε να ζητήσει κάποια συνάντηση γιατί την ημέρα του τελικού τους χωρισμού, του οποίου η απόφαση ήταν μονομερής από την πλευρά της -γιατί εκείνη αισθάνονταν κατώτερη των περιστάσεων και ανήμπορη να κουβαλήσει το βάρος των συναισθημάτων της καθώς και φοβόταν ότι έχανε επικίνδυνα τον έλεγχο μαζί του-, εκείνος της είπε ότι εν μέρει καταλαβαίνει ότι ο έρωτας είναι κάποιες φορές πολύ δύσκολος για κάποιους ανθρώπους και ότι σκοπεύει να σεβαστεί την απόφαση της όσο και να τον πονάει και πως δεν πρόκειται να την ξαναενοχλήσει ποτέ.

Αν αυτή το μετάνιωνε κάποτε, τότε ήξερε που να τον βρει της είπε. Αλλά η Ελένη μέσα της ήξερε πως αν ποτέ ζητούσε να τον συναντήσει και πάλι θα ήταν μόνο για να ξαναπιάναν την ιστορία τους από εκεί που την άφησαν και για να την έφταναν στο τέρμα της, όποιο και αν ήταν αυτό. Αλλιώς δεν επιθυμούσε να  κάνει άλλο κακό ούτε σε εκείνον ούτε στον εαυτό της. Επίσης οι λόγοι που τότε την κράτησαν μακριά δεν είχαν ακόμη εκλείψει  από το μυαλό της παρά τα χρόνια που πέρασαν. Οπότε δεν επιδίωξε ποτέ μια συνάντηση. Τώρα που υπήρχε στη ζωή της και ο Πέτρος δεν της έφταιγε σε τίποτα να υποφέρει εξ αιτίας της.

Η σημερινή μέρα όμως της έφερε τη συνάντηση που τόσο επιθυμούσε και μαζί το τεστ που τελικά δεν πέρασε. Όση ώρα κοιτούσε τον Σταύρο μέσα από τον καθρέφτη, τόσο φούντωναν οι αναμνήσεις και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή όπως τότε στα πρώτα στάδια του έρωτά τους. Ξάφνου κατάλαβε ότι όση πρόοδο νόμιζε ότι έκανε πέντε χρόνια τώρα, πήγαν στράφι σε δέκα δευτερόλεπτα, όσο διήρκεσε η κοινή τους κατάβαση με τον ανελκυστήρα. Ναι, τον Σταύρο τον θέλει ακόμα, ναι δεν τον ξεπέρασε ποτέ. Τελικά αυτή η κατάβαση από τον 8ο όροφο, της στοίχισε σωματικά και ψυχικά όσο θα της στοίχιζε και μια ελεύθερη πτώση από τον 8ο.

Και τώρα που συνειδητοποίησε πια, έπρεπε να επιλέξει αν θα του μιλήσει ή όχι. Γιατί ο Σταυρός δεν την είχε δει και πρέπει αυτή για άλλη μια φορά να επιλέξει και για τους δύο. Θα ήταν πιο εύκολο να την είχε δει και αυτός. Τότε ίσως να είχε καταλάβει κάτι για τις σκέψεις του  και τα συναισθήματα του. Όμως η ζωή ήθελε να είναι αποκλειστικά δική της απόφαση.

«Ισόγειο!» ακούστηκε άλλη μια φορά από τα μεγάφωνα, η πόρτα άνοιξε και ο Σταύρος βγήκε  έξω πρώτος και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε ένα viber μήνυμα στο κινητό της. Ήταν ο Πέτρος, της έστειλε :

– «Αγάπη μου τι έγινε με την εφορία; Τελείωσες; Ανυπομονώ να φύγουμε σήμερα…»

Τελείωσα για σήμερα, αλλά προέκυψαν κάποιοι παρελθοντικοί ανεξόφλητοι λογαριασμοί» απάντησε.

– «Παρελθοντικοί λογαριασμοί; Μήπως είναι από αυτούς που παραγράφονται;» Την ρώτησε.

– «Όχι, δεν είναι από αυτούς που παραγράφονται» απάντησε. Αμέσως κοίταξε προς το σημείο που απομακρύνονταν ο Σταύρος και επιτάχυνε το βάδισμά της προς τα εκεί…

Φιλιππία Σκούρα
(maxmag)

«Φάτα Μοργκάνα»
Μόλις ξύπνησε από έναν ύπνο ελαφρύ, σκέτο γλυκασμό και ανακάθισε στο κρεβάτι του. Είχε δύο μήνες να ευχαριστηθεί ύπνο λόγω του παρατεταμένου φετινού καύσωνα, ο οποίος ξεκίνησε στα τέλη του Ιούνη και διήρκησε μέχρι χθες. Ευτυχώς όμως μαζί με το τέλος του καλοκαιριού ήρθε και η πρώτη πτώση της θερμοκρασίας μαζί με κρουνούς βροχής. Λόγω της αλλαγής του καιρού μπόρεσε να κοιμηθεί σαν πουλάκι το χθεσινό βράδυ και να δει ένα ολοζώντανο όνειρο που θα τον συντρόφευε όλο το πρωινό.

Αφού τελικά σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλύθηκε, πήγε να φτιάξει τον καφέ του στη χόβολη. Μόλις έγινε, τον σέρβιρε σε ένα τσαγαλί φλιτζανάκι και τον συνόδευσε με ένα λουκούμι τριαντάφυλλο στην χαρτοπετσέτα και δύο παξιμάδια σικάλεως. Πήρε το δισκάκι ανά χείρας και βγήκε στο μπαλκόνι του να απολαύσει το πρωινό του, όπως έκανε πάντα από τότε που «αραξοβόλησε» στο νησί του μόνιμα ως πρώην καπετάνιος, εδώ και μια εικοσαετία.

Αμέσως στο μυαλό του επανήλθε το όνειρο. Το χθεσινό βράδυ μετά από δέκα χρόνια, τον επισκέφθηκε ξανά στον ύπνο του η συγχωρεμένη η γυναίκα του. Την οποία είχε να ονειρευτεί από τις πρώτες σαράντα μέρες της άωρης χηρείας του. Τότε την πήρε από κοντά του η κακιά αρρώστια. Μόλις στα εξήντα της χρόνια, όταν αυτός ήταν εβδομήντα ενός χρόνων.

Με τη γυναίκα του αγαπήθηκαν πολύ. Όταν αυτός έκλεισε δέκα χρόνια στα καράβια και ανέβηκε ιεραρχικά στο πλοίο πήγε και τη ζήτησε από τον πατέρα της, ο οποίος ήταν γείτονας τους. Την γυναίκα του την ήξερε από την ημέρα που γεννήθηκε, ήταν παιδικές φίλες με την μικρή του αδερφή. Σε μια αυλή μεγάλωναν όλοι μαζί, οπότε αυτός που ήταν αρκετά μεγαλύτερος, είχε την ευκαιρία να την παρακολουθεί καθώς μεγάλωνε. Αρχικά, όσο αυτή ήταν μικρή, είχε αγνά και αδερφικά συναισθήματα απέναντι της. Όσο όμως  μεγάλωνε και η γυναικεία της φύση άνθιζε, άρχισε έρωτας να φωλιάζει στην καρδιά του.

Τελικά η γυναίκα του εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο όμορφα κορίτσια του νησιού με περίσσια χάρη.  Ωστόσο αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει και να είναι αγαπητή από όλους ήταν η χρυσή της καρδιά. Στο πρόσωπο της λοιπόν, ονειρεύτηκε την ιδανική σύζυγο για τον ίδιο και μάνα των παιδιών του καθώς και μια περιποιητική και δοτική νύφη που θα πρόσεχε την άρρωστη μητέρα του όσο εκείνος θα έλειπε. Έτσι αποφάσισε να πάει να ζητήσει το χέρι της κι ο πατέρας της επειδή ήταν δουλευταράς και φέρελπις νεαρός την έδωσε μετά χαράς. «Με την Λένιω θα ζήσεις μια ευτυχισμένη ζωή παιδί μου», του είπε. Έτσι κι έγινε.

Έζησαν μαζί λοιπόν, με πίκρες και χαρές, σαράντα τέσσερα ολάκερα χρόνια και «είδαν» δύο παιδιά και έξι εγγόνια, τα οποία τώρα ζούσαν όλα στην Αθήνα. Τα τελευταία δέκα χρόνια που έζησαν μαζί απρόσκοπτα, από τότε δηλαδή που ξεμπάρκαρε, ήταν και τα καλύτερα του γάμου τους. Το πρωινό που τον «άφησε» η γυναίκα του, την τάιζε αυτός, λόγω της ανημποριάς της από την αρρώστια. Σε μια στιγμή, με έναν ανεπαίσθητο θόρυβο η ψυχή της πέταξε μακριά από το σώμα. Έτσι αγαπημένοι έμειναν μέχρι τέλους.

Τον πρώτο καιρό μετά την κηδεία την ονειρεύονταν σχεδόν καθημερινά, όμως έπειτα όταν υποχώρησε το μεγάλο σύθρηνο δεν του ξανάκανε τη χάρη να φανερωθεί, όσο κι αν ο ίδιος το επιθυμούσε και προσεύχονταν για αυτό. Όμως εχτές ξάφνου την είδε πάλι. Ήρθε στον ύπνο του μέσα σε ένα σελάγισμα, φορούσε ένα ολόλευκο μακρύ φόρεμα, όπως φορούσε και ο ίδιος έναν λευκό χιτώνα και αφού τον πλησίασε χωρίς να μιλήσει κανείς τους, τον φίλησε σταυρωτά στο μάγουλο, τον πήρε από το χέρι, κατεβήκαν μαζί τη μεγάλη ξύλινη σκάλα του σπιτιού τους και βγήκαν από την εξώπορτα στην αυλή. Εκεί τελείωσε το όνειρο μιας και ο ίδιος ξύπνησε ξαφνικά.

Σκεπτόμενος το όνειρο, ο καπετάν Στρατής μουρμούρισε στον εαυτό του «Τι να ήθελε να μου πει άραγε η μακαρίτισσα η Λενιώ ερχόμενη  στον ύπνο μου;» Έπειτα συνέχισε «Ας μην κοροϊδεύω άλλο τον εαυτό μου, μόνο για ένα πράγμα θα ξανάρχονταν να με συναντήσει»…

Με το που τελείωσε το συλλογισμό του, το βλέμμα του εστίασε για πρώτη φορά στη θέα του απέραντου Αιγαίου που εκτείνονταν μπροστά στο μπαλκόνι του. Μόνο που σήμερα δεν έβλεπε το ξάστερο γαλάζιο, αλλά μια αχλή που οφείλονταν στην ατμοσφαιρική υγρασία που προκάλεσε η απότομη κάθετη πτώση της θερμοκρασίας και η συνεχόμενη πολύωρη καταιγίδα που κόπασε το ξημέρωμα. Μέσα στην γενικότερη θολούρα της ατμόσφαιρας και της ωρυγής του ανέμου, παρατήρησε ότι άρχισε να αχνοφαίνεται κάτι περίεργο, ένα ιπτάμενο πλοίο βρίσκονταν πάνω από τον ορίζοντα, εκεί όπου η θάλασσα ενώνονταν με τον ουρανό. Κοιτώντας προσεκτικότερα, αναγνώρισε το πλοίο αμέσως.  Ήταν το φορτηγό πλοίο general cargo «ΜΕΛΙΠΛΩΗ», το οποίο ήταν το πρώτο με το οποίο μπάρκαρε στα δεκαεφτά του χρόνια.

Με τη συνειδητοποίηση και μόνο του τι έβλεπε, αναρίγησε. Γιατί ήξερε πολύ καλά ότι το «ΜΕΛΙΠΛΩΗ» δεν υπήρχε εδώ και σαράντα χρόνια. Από όταν αποσύρθηκε σε  ναυπηγείο της Κορέας για να αποσυντεθεί σε ελάσματα και μορφοσιδήρους. Αλλά δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος της αναστάτωσης του. Αυτό που έβλεπε ο καπετάνιος μπροστά του στο βάθος, ήταν το περιβόητο φαινόμενο Φάτα Μοργκάνα. Το οποίο συνήθως εμφανίζονταν τους καλοκαιρινούς μήνες όταν ο αέρας που φυσά στην επιφάνεια της θάλασσας είναι πολύ πιο ψυχρός από τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, όπως δηλαδή συνέβαινε σήμερα.

Ως ναυτικός ήξερε πολύ καλά ότι η Φάτα Μοργκάνα μπορεί να εκληφθεί και ως οιωνός λύμης, μιας και συχνά συμβαίνει πριν από μια θαλασσινή καταιγίδα. Αλλά και τα παλιότερα χρόνια ήταν αιτία ναυαγίου για πολλά καράβια που ξεγελιόνταν από τους αντικατοπτρισμούς. Αυτό που του έκανε βέβαια περισσότερο εντύπωση, είναι το πώς εμφανίστηκε μπροστά του, γιατί πρόκειται για ένα εξαιρετικά σπάνιο μετεωρολογικό φαινόμενο, πολλώ δε μάλλον για την Ελλάδα. Από όσο είχε ακουστά, η Φάτα Μοργκάνα είχε εμφανιστεί στο παρελθόν μόνο στον Ευβοϊκό κόλπο.

Ο ίδιος πάντως όσα χρόνια ταξίδευε στα πέρατα του κόσμου, τη Φάτα Μοργκάνα την είχε δει δυο φορές στη ζωή του. Τη μια λίγο έξω από το Βανκούβερ όπου είχε εμφανιστεί για λίγο το είδωλο ενός παγόβουνου και την άλλη – τη φαρμακερή – στον Κόλπο Τογιάμα στη δυτική ακτή της Ιαπωνίας. Τότε είχαν δει στον ορίζοντα να αιωρείται  ένα μικρό καταπράσινο νησί, το οποίο δεν ήταν χαρτογραφημένο και που αργότερα σιγά – σιγά εξαφανίστηκε. Λίγο αργότερα ξέσπασε μια τρομερή καταιγίδα και σηκώθηκαν πελώρια κύματα, η φρενιασμένη θάλασσα πήγε να βυθίσει το πλοίο, το οποίο πάλευε απέλπιδα για ώρες στον ωκεανό. Τελικά από θαύμα  γλίτωσαν, όχι όμως όλοι, τον αδερφικό του φίλο και β’ μηχανικό του καραβιού, ο οποίος κάποια στιγμή βγήκε στο παραπέτο να βοηθήσει στην άνιση πάλη, τον «κατάπιε» εν ακαρεί η λυσσασμένη θάλασσα και τον παρέσυρε μαζί της στο βυθό. Ο καπετάνιος όταν κατάλαβε τι συνέβη, ξεκίνησε τον κοπετό γιατί δεν άντεξε τον ανεκλάλητο θάνατο του συντρόφου του. Τον οποίο δεν ξέχασε ποτέ και εισέτι βλέπει στον ύπνο του.

Βυθισμένος από το πρωί σε όλες αυτές τις αναμνήσεις της περασμένης του ζωής και με βουβά δάκρυα, κύλησε το πρωινό του δίχως να το καταλάβει. Όταν πια μεσημέριασε, έβαλε μια κούπα κρασί και βγήκε πάλι στο μπαλκόνι του να την πιει, αγναντεύοντας  τη θέα όπως συνήθιζε καθημερινά.

Ο ουρανός ήταν και πάλι καθαρός και ο ήλιος έλαμπε. Μπροστά του έβλεπε τρία παρόμοια σύννεφα τα οποία έμοιαζαν με ψεύτικα, «Θεέ μου, πόση ασκήμια και ομορφιά μπορεί να χωρέσει τούτη η ζωή ταυτόχρονα; Πόσα χώρεσαν και στη δική μου ζωή!», σκέφτηκε σιωπηλά. «Σήμερα θα 'θελα κι εγώ να ήμουν ένα άσπρο σύννεφο σαν κι αυτά» είπε δυνατά.  Η   κούπα  του έπεσε από τα χέρια κι εκείνος ξεκίνησε για το ταξίδι του στο επέκεινα.

Φιλιππία Σκούρα
(maxmag)

Τα διηγήματα της φίλης της «Πολιτιστικής Ατζέντας», Φιλιππίας Σκούρα, συμμετέχουν σε λογοτεχνικό διαγωνισμό. Εμείς της στέλνουμε τις ευχές μας για καλή επιτυχία, εσείς μπορείτε να την επιλέξετε ψηφίζοντας εδώ το νούμερο 9 αν σας άρεσε η «Ελεύθερη Πτώση» και το νούμερο 21 αν σας άρεσε η «Φάτα Μοργκάνα».

Φιλιππία Σκούρα
Γεννήθηκε στον μυχό του Παγασητικού κόλπου. Στα 18 της χρόνια  κατέβηκε στην Αθήνα για σπουδές στην Επικοινωνία και τα ΜΜΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αγάπησε την Αθήνα κι έμεινε.

Η δημοσιογραφία την έχασε αλλά την κέρδισε η συγγραφή για αυτό που και πού «ξεπλένει» έτσι τον ελεύθερο της χρόνο, παράλληλα με μουσικές, αναγνώσματα, ταινίες, μαγειρική και βόλτες στο κέντρο της Αθήνας...

Τέλος αγάπησε τη θάλασσα και έμαθε καλό κολύμπι και τα αινίγματα της ζωής των οποίων έγινε δυνατός λύτης...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου