Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης

«Τ'ανείπωτα» της Φιλιππίας Σκούρα
Ο πολιτιστικός ιστότοπος «Πολιτιστική Ατζέντα», διοργανώνει σειρά δημοσιεύσεων σε ζητήματα που αφορούν τη Λογοτεχνία και πρώτο μας θέμα είναι: «Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης».
Ευχαριστούμε την Φιλιππία Σκούρα, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα και μας έστειλε το διηγήμά της «Τ'ανείπωτα», που δημοσιεύουμε:

«Τ'ανείπωτα»

Με το που κατάλαβαν ότι ο μικρός εξαφανίστηκε, οι δύο μεγαλύτερες ξαδέρφες του άρχισαν να τον ψάχνουν παντού :

- «Μιχάληηηηη!!!»

- «Που πήγες Μιχάλη;»!

- «Έλα πίσω γρήγορα! Δεν είναι ωραία παιχνίδια αυτά!»

- «Έλα γιατί θα τα πούμε όλα στη μαμά σου, αν δεν εμφανιστείς αμέσως!»

(...) Μέτα από δέκα λεπτά που πέρασαν ψάχνοντας τον πεντάχρονο εις μάτην σε όλους τους εξωτερικούς χώρους του τσελιγκάτου, αποφάσισαν ότι έπρεπε να πάνε να το πουν στις μανάδες τους. Οπότε κατευθύνθηκαν αμέσως στο κονάκι, όπου οι δύο γυναίκες καθόντουσαν και έφτιαχναν τσουράπια για να φορέσουν το χειμώνα οι άντρες τους.

- «Θεία Δέσπω, ο Μίχας χάθηκε! Κάπου μάλλον έχει κρυφτεί», είπε η Σοφίτσα.

- «Τι εννοείς χάθηκε Σοφίτσα; Που πήγε; Την ρώτησε νευριασμένη η μάνα της. Και συνέχισε: “Υποτίθεται ότι ήσασταν έξω και παίζατε όλοι μαζί. Είπατε ότι θα τον προσέχετε εσύ και η αδερφή σου. Πως σας ξέφυγε; Εσείς είστε μεγάλα κορίτσια! Σε λίγο θα τελειώσετε το δημοτικό. Για αυτό και σας τον αφήσαμε!»

- «Αχ θα με πεθάνει ο κερατάς, τι τον έχει πιάσει τις τελευταίες μέρες και δεν κάθεται ήσυχος!» πετάχτηκε η μάνα του.

- «Κορίτσια πείτε μου αμέσως πως χάθηκε!» Τις πρόσταξε επιτακτικά η μαμά τους.

- «Δεν φταίμε εμείς καλέ μαμά, αλήθεια! Τον προσέχαμε σαν τα μάτια μας», αποκρίθηκε η Κατίνα και πρόσθεσε: «Εκεί που παίζαμε πεντόβολα και ο Μίχας μας κοιτούσε, εμφανίστηκε ο πατέρας με τα γιδοπρόβατα που τα έβγαζε για βοσκή. Μας πρόσταξε λοιπόν να του ανοίξουμε την πόρτα. Έτσι κι έγινε. Σηκωθήκαμε όρθιες και οι δύο και πήγαμε στην πόρτα να τον ξεπροβοδίσουμε . Μέσα στα δύο λεπτά που πήρε στον πατέρα να σαλαγήσει όλα τα ζώα μέχρι να περάσουν από την πύλη, ο Μίχας είχε εξαφανιστεί. Δεν καταλάβαμε τίποτα μέσα στο θόρυβο από τις κουδούνες».

- «Ναι μητέρα δεν φταίμε εμείς και τώρα τον ψάξαμε παντού έξω αλλά τίποτα», αποκρίθηκε η Σοφίτσα.

- «Μη στεναχωριέσαι αδερφή. Κάπου θα κρύφτηκε το παιδί. Θα το νομίζει για παιχνίδι. Θα πάω να στον βρω εγώ και τα κορίτσια και θα σου τον φέρουμε. Αν χρειαστεί θα ψάξουμε και έξω από το κτήμα, στο δάσος. Εσύ κάτσε εδώ και ψάξε τον παντού», είπε παρηγορητικά η Μαρία.

- «Εντάξει. Μόνο κάντε γρήγορα. Θα με πεθάνει τη συφοριασμένη ο τρισκατάρατος! Βρήκε τη μέρα που γιορτάζουμε να μας κάνει κασκαρίκες», είπε η μάνα.

- «Μη στεναχωριέσαι. Σε λίγο θα είμαστε πίσω με το "απολωλός πρόβατάκι"! Πάμε κορίτσια.» Είπε η μητέρα των κοριτσιών και βγήκαν όλες έξω.

(...) Αφού βγήκε έξω από το τσελιγκάτο η τριάδα, κατευθύνθηκε στις παρυφές του δάσους που εκτείνονταν στα βορειοανατολικά. Εκεί χωρίστηκαν και άρχισαν να τον ψάχνουν.

- «Κορίτσια εγώ θα πάω από εδώ και εσείς από εκεί», είπε η μάνα δείχνοντας. «Ραντεβού εδώ πάλι σε ένα τέταρτο. Το καλό που σας θέλω να βρούμε τον ξάδελφο σας σύντομα, αλλιώς θα φάτε το ξύλο της χρονιάς σας», είπε και της κατακεραύνωσε με το βλέμμα της.

Η θεία του Μιχάλη αφού τον έψαχνε για λίγο από εδώ κι από εκεί, άκουσε ξαφνικά από μακριά κάτι σαν σπαραγμό που δυνάμωνε σιγά – σιγά. Άρχισε να τρέχει ακολουθώντας τον ήχο που την οδήγησε μπροστά από κάτι φτέρες. Εκεί από όπου προέρχονταν ο θόρυβος. Αφού τις παραμέρισε, είδε πως κάτω από αυτές κείτονταν ο μικρός και ολοφύρονταν. 'Έπεσε και αυτή στα γόνατα δίπλα του και προσπάθησε να τον συνεφέρει αγκαλιάζοντας τον.

- «Τι έγινε Μιχαλάκη, πες μου τι έπαθες»; Του είπε η θεία του.

Ο μικρός δεν έβγαλε λέξη. Συνέχισε να έχει το πρόσωπο του στη γη και να σκούζει σαν το ζώο.

- «Μιχάλη πες μου τι έπαθες αμέσως» επέμεινε αυστηρά η θεία του.

Πάλι δεν αποκρίθηκε και συνέχισε τον οδυρμό. Η θεία του είδε και απόειδε και αποφάσισε να τον σηκώσει όρθιο και να τον εξετάσει.

- «Πες μου σπλάχνο μου τι έγινε; Μήπως  σε πείραξε κανένα ζώο;» Τον ρώτησε ικετευτικά κοιτώντας τον στα μάτια.

Ο μικρός με τα έντονα πυκνά φρύδια και το κοφτερό βλέμμα,  κοιτώντας την έντονα στα μάτια της είπε τσιρίζοντας, «Κακό, μεγάλο κακό». Και σωριάστηκε στην αγκαλιά της.

- «Τι κακό Μιχάλη; Τι λες; Εξήγησε μου σε παρακαλώ!»

Όμως ο μικρός δεν ξαναμίλησε και συνέχισε να σφαδάζει. Έτσι η θεία αποφάσισε να τον πάρει σηκωτό και να τον πάει στην μάνα του.

(...) Μόλις μπήκε στο κονάκι η πρώην τριάδα που μαζί με τον μικρό που στο μεσοδιάστημα συνέχιζε ακάθεκτος το γογγυτό είχε γίνει πλέον τετράδα.

Η Μαρία είπε στην αδερφή της: «Τον βρήκαμε στο δάσος¨να κλαίει γοερά.  Πρέπει να έπαθε κάτι. Δεν μας είπε όμως τι. Λέξη δεν του παίρνεις. Πέραν από κάτι ασυναρτησίες».

Η μάνα του όρμηξε προς το μέρος της αδερφής της και πήρε τον μικρό αγκαλιά.

- «Πες μου γιόκα μου τι σου συνέβη σε παρακαλώ», είπε.

Ο μικρός αν και φάνηκε να ηρέμησε λίγο στην αγκαλιά της μητέρας του, την κοίταξε στα μάτια αλλά δεν μιλούσε.  Η Δέσπω συνέχισε σφίγγοντας τον στην αγκαλιά της πιο πολύ:

- «Πες μου γιατί σηκώθηκες και έφυγες; Τι έπαθες; Θες να με πεθάνεις; Δε με λυπάσαι καθόλου»

Ο Μίχας την κοίταξε ασκαρδαμυκτί παραμένοντας σιωπηλός.

Η Δέσπω που δεν άντεξε άλλο την σιωπή του γιου της και την παρατεταμένη αγωνία, του τσίριξε:

- «Πες μου τώρα τι έπαθες  βρε ασαλάγητε γιατί θα σε κρεμάσω από το τσιγκέλι ανάποδα και θα σου γδάρω την πέτσα για να μάθεις».

Mόνο τότε ο μικρός δεν άντεξε άλλο και κραύγασε από τα βάθη της ψυχής του, «ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΚΟ, ΜΠΑΜΠΑΣ ΜΟΥ» και ξέσπασε πάλι σε λυγμούς.

Η μάνα του τότε του είπε, “Τι είναι αυτά που λες, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Ο πατέρας σου είναι μια χαρά. Σου έχω πει τόσες φορές ότι είναι στην πόλη και δουλεύει για να έχεις εσύ να φας ψωμί”.

Ο μικρός συνέχισε να κλαψουρίζει, «μπαμπάς μου, μπαμπάς μου».

Η μάνα του τον αποπήρε, «Σταμάτα πια σκασμένο! Χάλασες τον κόσμο επειδή σου λείπει ο πατέρας σου! Που μεράκι το 'χω μια φορά να ακούσω από το στόμα σου να φωνάζεις εμένα την μάνα σου και όχι τον πατέρα σου! Τα δικά μου τα στήθη μάτωναν βρε να σε θηλάζω όταν ήσουν βυζανιάρικο!»

Μετά από αυτά τα λόγια της Δέσποινας κανένας δεν ξαναμίλησε και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν. Αφού ηρέμησαν τα πνεύματα αποφάσισαν να στρώσουν το γιορτινό μεσημεριανό τραπέζι. 'Ήταν της Παναγίας και γιόρταζαν και οι δύο αδερφές.  Από στιγμή σε στιγμή περίμεναν συγγενείς και φίλους και ίσα που προλάβαιναν να ετοιμαστούν.

Όσο για τον μικρό Μιχάλη, το φτωχό λεξιλόγιο που κατείχε στα πέντε του χρόνια δεν του επέτρεπε να πει στη μητέρα του τι ακριβώς του συνέβη και ποιο ήταν το μεγάλο κακό που διατείνονταν.

Ο λόγος που σηκώθηκε και έτρεξε μακριά από το τσελιγκάτο ήταν ένα όραμα που είδε. Την ώρα που περνούσε ο θείος του με τα γιδοπρόβατα από την είσοδο, ο ίδιος είδε στην άκρη της εισόδου έναν άγνωστο άνδρα με ξανθά μαλλιά και μαύρα ρούχα να κρατάει ένα μεγάλο τσεκούρι  και να κόβει τα κεφάλια των ζώων που περίμεναν καρτερικά ένα ένα να έρθει η σειρά τους να περάσουν από την είσοδο. Πίδακες αίματος πετάγονταν παντού και οι προβιές των ζώων είχαν γίνει κόκκινες.

Έπειτα από αυτήν την εικόνα, το σκηνικό άλλαξε και είδε μπροστά του τον πατέρα του ξαπλωμένο ανάσκελα, να  φοράει μια λαδί φορεσιά, η οποία στο σημείο της καρδιάς είχε έναν μεγάλο σκούρο καφέ λεκέ. Ο πατέρας του έπιανε την καρδιά του και τα χέρια του γινόντουσαν κόκκινα.Ο Μιχάλης δεν άντεξε αυτές τις εικόνες, ιδιαίτερα την τελευταία και άρχισε να τρέχει προς το δάσος με έναν αδιόρατο φόβο που τον κατατρέχει. Έπειτα από λίγη ώρα σταμάτησε για να κρυφτεί κάτω από τις φτέρες που τον βρήκε η θεία του.

(...) Η ώρα είχε περάσει και κάποιος χτυπούσε την ξύλινη πόρτα. Ήταν ο αδερφός των δύο  γυναικών μαζί με τη σύζυγο του, οι οποίοι έμεναν στο χωριό.

- «Χρόνια πολλά. Να σας χαιρόμαστε. Να σας έχει η Παναγία καλά εσάς και τις οικογένειες σας» τους είπε και τις φίλησε.

- «Και 'σένα το ίδιο. Όλον τον κόσμο να φυλάει η Παναγιά, Δημήτρη μου», ευχήθηκε η Μαρία.

- «Σε ευχαριστώ πολύ αδερφή. Αλλά δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα. Σας φέρνουμε άσχημα μαντάτα», αποκρίθηκε.

- «Τι έγινε αδερφέ; Μη μας τρομάζεις! Μας φτάνει που νωρίτερα σήμερα μας λαχτάρισε το βλαστάρι μου», είπε η Δέσπω.

- «Σήμερα, γύρω στις  8:30 το πρωί λίγο πριν τη λιτανεία της εικόνας της Παναγίας στην Τήνο, ένα υποβρύχιο τορπίλισε το ελληνικό πολεμικό πλοίο Έλλη το οποίο και βυθίστηκε. Κανείς δεν γνωρίζει μέχρι στιγμής τίποτα άλλο», είπε ο Δημήτρης.

- «Πώπω κακό που μας βρήκε», αναφώνησε η Μαρία.

- «Όπως καταλαβαίνετε μάλλον θα διανύσουμε πολύ περίεργες μέρες, που μπορεί και να χειροτερέψουν», είπε με στόμφο ο Δημήτρης.

- «Τι εννοείς;», ρώτησαν ομόφωνα οι δύο αδερφές.

- «Ο κόσμος στο χωριό φοβάται ότι αυτό  θα είναι η αρχή πολλών δεινών»,  ξεστόμισε.

* Εφτά μήνες αργότερα,  στις 14 Μαρτίου 1941, ο πατέρας του Μιχάλη και σύζυγος της Δέσποινας έπεσε κάτω νεκρός από ένα αδέσποτο βόλι στα αλβανικά βουνά.  Ήταν ένας από τους 7.976 άταφους νεκρούς ήρωες  του Αλβανικού Έπους.

Αφιερωμένο στη μνήμη του Μ. Φ.

Κονάκι (το): Αυτοσχέδιο καλύβι από καλάμια. Χρησίμευε για ορεινό καλοκαιρινό κατάλυμα του τσομπάνη

Τσουράπια (τα): Τσοπάνικες κάλτσες φτιαγμένες από μαλλί προβάτου

Ασαλά(γ)ητος: αυτός που δεν παίρνει από ορμήνιες, που κάνει ότι του κατέβει στο μυαλό.

Φιλιππία Σκούρα

Φιλιππία Σκούρα

Γεννήθηκε στον μυχό του Παγασητικού κόλπου. Στα 18 της χρόνια  κατέβηκε στην Αθήνα για σπουδές στην Επικοινωνία και τα ΜΜΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αγάπησε την Αθήνα κι έμεινε.

Η δημοσιογραφία την έχασε αλλά την κέρδισε η συγγραφή για αυτό που και πού «ξεπλένει» έτσι τον ελεύθερο της χρόνο, παράλληλα με μουσικές, αναγνώσματα, ταινίες, μαγειρική και βόλτες στο κέντρο της Αθήνας...

Τέλος αγάπησε τη θάλασσα και έμαθε καλό κολύμπι και τα αινίγματα της ζωής των οποίων έγινε δυνατός λύτης...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου